ΟΙ ΚΟΡΙΟΙ

Νοέμβριος 14, 2011

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΣΙΑΜΟΥ

Ο Λόρκα οσμίζεται τον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο της χώρας του μέσα από «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» που για πολλούς είναι η ίδια η φτωχή, πατριαρχική και περήφανη Ισπανία. Παρά τις προειδοποιήσεις της γριάς υπηρέτριας Πόνθιας προς την κυρά της, ότι σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού είναι κρυμμένο κι από ένα αστροπελέκι, η σύγκρουση των πέντε θυγατέρων της Μπερνάντα κουφοβράζει υπόκωφα σ’ όλο το έργο, ώσπου ξεσπάει ανοιχτά σ’ ένα τραγικό φινάλε.

Ο Μπρεχτ το 1946 γράφει:

ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ Μ.

Από τους καρχαρίες γλύτωσα

τις τίγρεις τις εσκότωσα

και με καταβρόχθισαν

οι κοριοί.

Αυτή η αντιθετική εικόνα ανάμεσα σ’ αυτούς που είναι ισχυροί (καρχαρίες, τίγρεις) και σ’ εκείνους που είναι μικροί και συγκριτικά αδύναμοι (οι κοριοί) είναι μια εικόνα απ’ τον Αίσωπο, τη Βίβλο, τον Γκαίτε, τον Παλαμά. Μπορεί όμως κάποιος να νικήσει τους καρχαρίες και τις τίγρεις κι όμως ύστερα να τον καταβροχθίσουν οι κοριοί;

Μεγαλοκαρχαρίες για το προλεταριάτο ήταν οι μονοπωλιακοί καπιταλιστές και αιμοβόρες τίγρεις ήταν ο φασισμός και ο ναζισμός με την κτηνώδη αγριότητά τους. Έτσι καταλαβαίνει κάποιος πως αυτός που γλίτωσε απ’ τους καρχαρίες και τις τίγρεις με αυτοθυσίες και αγώνες είναι η εργατική τάξη που πολεμήθηκε με λύσσα απ’ τους καρχαρίες δυτικούς ιμπεριαλιστές κι από τις τίγρεις του φασισμού και του ναζισμού.

Η έννοια των κοριών όμως έχει βαθιά κοινωνικο-πολιτικό περιεχόμενο. Οι κοριοί τρυπώνουν στις γραμμές των κινημάτων, είναι οι επίγονοι της τσιφλικάδικης και καπιταλιστικής ζωής. Σε κάθε ιδιόμορφη στροφή της ιστορίας εισχωρούν με τις μικροαστικές τους ταλαντεύσεις μέσα στο προλεταριάτο. Το δηλητήριό τους εκδηλώνεται ακριβώς εκεί όπου είναι ακόμα γερά ριζωμένη η μικρονοικοκυρίστικη άποψη: ας αρπάξω εγώ όσο μπορώ περισσότερα και φούρνος ας μη καπνίσει. Ας έχω τη θεσούλα μου εγώ και δε με νοιάζει για τον άλλο. Κι ίσως κολακεύοντας όσους κατέχουν την εξουσία θα μπορέσω να προκόψω.

Οι κοριοί είναι απολειφάδια της βάσης. Μικροπαράγοντες, σβόλοι από ανθρώπινες υπάρξεις, παπατζήδες των γραφείων, εξαίρετοι εκμαυλιστές, διαθέσιμοι σαλταδόροι. Είναι οι νεροκουβαλητές της κυβέρνησης, τα τσόλια που η εκάστοτε εξουσία κρατάει εξευτελιστικά στον προθάλαμο για την κυβερνητική λάντζα. Οι κοριοί φοράνε τον αριστερό τους μανδύα και γυρίζουν από σχολείο σε σχολείο εξαπολύοντας μύδρους για το σακατεμένο μισθό, τα επιδόματα που πήγαν άκλαφτα, τους ανίκανους που κυβερνούν, τις κακές αγορές μα από πίσω σαπουνίζουν τ’ αρχίδια και του τελευταίου κυβερνητικού υπαλλήλου. Είναι τα παπαδοπαίδια των κομμάτων εξουσίας που περιφέρουν τα ιδεολογικά εξαπτέρυγα της μπουρζουαζίας.  Οι κοριοί είναι οι γραμματείς και φαρισαίοι της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ, της ΟΛΜΕ. Είναι αυτοί που την ίδια ώρα που ρητορεύουν με επαναστατική φρασεολογία, υπονομεύουν τις απεργίες, στήνουν μηχανισμούς προβοκάτσιας. Είναι αυτοί που το πρωί βρίζουν τους αρχηγούς τους και το βράδυ στήνουν μαζί τους κυβερνήσεις στα κομματικά τους μέγαρα. Οι κοριοί είναι η αισχρή εκδοχή της  ανθρώπινης φύσης. Η κακοφορμισμένη πληγή.

Οι κοριοί είναι τα ζωύφια που εξαπολύουν στα κορμιά μας οι εφοπλιστές, οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες για να μας πίνουν τελετουργικά το αίμα. Για να πλουτίζουν με πόλεμο, με λοιμό, με βαρβαρότητα. Για να απειλούν τα κεφάλια μας με το μπαλτά της χρεοκοπίας. Για να χιμάνε πάνω μας στις πορείες, για να μας ανοίγουν τα κεφάλια με πέτρες, για να τοποθετούν κάτω απ’ τα πόδια μας ένα χαοτικό χαντάκι κενότητας και απελπισίας.

Οι κοριοί δουλεύουν ανενόχλητοι μέσα στο σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα. Χύνονται απ’ τις οθόνες, ξεμπουκάρουν στους χώρους δουλειάς, προετοιμάζουν το νέο εμφύλιο.

Ή θα υποχωρήσει η εργατική τάξη επιστρέφοντας στο μεσαίωνα, για να διασφαλίσει το κεφάλαιο το υπερτροφικό του εγώ, ή θα οργανωθεί καίγοντας με πετρέλαιο το στρώμα που’ χουν φωλιάσει οι κοριοί.

Advertisements

Κυνόδοντας

Απρίλιος 2, 2011

Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των καθαρμάτων.

Samuel Johnson

Μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης μάθαμε ότι την εξουσία της χώρας ανέλαβαν οι «αντιεξουσιαστές». Kατά τον ίδιο τρόπο στην πρώτη σκηνή του «Κυνόδοντα» μια κασέτα σε ένα ιδιότυπο linguaphone μας διδάσκει ότι η θάλασσα είναι ένα είδος πολυθρόνας, ο αυτοκινητόδρομος ένας από τους ανέμους και η καραμπίνα είναι πουλί. Και η λογική του Οργουελικού «1984» συνεχίζεται στη φιλμική και παράλληλα στην πολιτική μας ζωή, εφ’ όσον η κατάληψη της χώρας από το ΔΝΤ αποκαλείται «σωτηρία της πατρίδας» και το μουνί (στο φιλμ) ονομάζεται «λάμπα».

Εκτός όμως από τη διαστρέβλωση του νοήματος των λέξεων, η ομιλία των κινηματογραφικών ηρώων ισοπεδώνει και την εκφορά του λόγου, αφού οι φράσεις προφέρονται άχαρα, παράτονα, άψυχα, μηχανικά. Ασφαλώς ο κήνσορας αυτού του είδους εκφώνησης είναι ο πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου, του οποίου οι προτάσεις ακούγονται σαν αχθοφόροι που απρόθυμοι και κατάκοποι μεταφέρουν τις έννοιες όπως το οποιοδήποτε αγώι. Οι λέξεις τονίζονται λάθος και το νόημα γλιστρά ασυνάρτητο ισοπεδώνοντας κάθε λογική αλληλουχία.

Η περιχαρακωμένη, ξενοφοβική και μισαλλόδοξη οικογένεια του «Κυνόδοντα», που δημιούργησαν οι φιλόστοργοι και προστατευτικοί γονείς, συνιστά ακριβέστατο πατρόν της ελληνικής κοινωνίας. Είναι το όνειρο του Βορίδη, του Άνθιμου του Ραγκούση και του Λοβέρδου. Είναι η κυνική απόφανση του Βενιζέλου που δηλώνει ότι επενδύουμε στις σφαγές αμάχων στη Λιβύη και τα 6,5 εκατομμύρια ευρώ που μας στοιχίζει ο μηνιαίος βομβαρδισμός θα γεννήσουν κέρδος. Προκειμένου να θωρακίσουν το Τείχος του Αίσχους που ορθώνουν γύρω από τα παιδιά μας πλάθουν έναν αδελφό φυγάδα, έναν φανταστικό εξωμότη και του φορτώνουν τον ακτιβισμό της αριστεράς, το κίνημα «Δεν πληρώνω», την αναρχία, την τρομοκρατία, τη Γρίπη, την Κερατέα.

Η μεγάλη απειλή, οι Σκοπιανοί, οι Αλβανοί, οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι, είναι μια «γάτα με σφυρί», όπως προειδοποιεί εκτάκτως ο πατέρας, κατηγορηματικός και αιματόβρεχτος σαν δελτίο ειδήσεων. Σαν Πρετεντέρης που νουθετεί με ασφαλίτικο αλλά και συνάμα πατρικό τόνο τα μειράκιά του.

Το σεξ, υψηλής ασφαλείας σύμφωνα με τις προδιαγραφές της αρχιεπισκοπής, επιτρέπεται μόνο για το αγόρι της οικογένειας και αποκτάται με γονική παροχή. Πρόκειται για ένα είδος γυμναστικών ασκήσεων ή χειρουργικών επεμβάσεων με πιθανή εκσπερμάτωση. Όταν παραβιάζονται οι κανόνες, η αιμομιξία γενικεύεται. Την κόρη που δραπετεύει καταδιώκουν τα γαβγίσματα των αδελφών, όπως προβλέπει η εκπαίδευση από τους εκφωνητές των οκτώ. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, όφειλε να παραμείνει στο οικογενειακό κελί μέχρι να της πέσουν τα δόντια ή μέχρι να ξοφλήσουμε τα εθνικά δάνεια.

Η κυρία Όλγα Τρέμη κουνάει το δάχτυλο σε παιδιά που τα βαφτίζουν στα δύο χριστιανούς και στα εικοσιδύο  τρομοκράτες. Στα παιδιά που έπαιρναν επαίνους όταν διαβάζαν εξωσχολικά βιβλία μα τώρα τα προσκομίζουν ως αποδεικτικά εναντίον τους. Στα παιδιά που τους φορούσαν λευκά πουκάμισα στις παρελάσεις και τώρα άσπρα αλεξίσφαιρα στα δικαστήρια.

Το 1987 σε μια ιστορική ομιλία έναρξης του κύματος του νεοφιλελευθερισμού η ανέραστη κυρία Θάτσερ είχε εκφράσει με τον πιο ξεκάθαρο και ουσιαστικό τρόπο το μέλλον που ετοίμαζε για όλους εμάς ο κόσμος της αγοράς. Δεν υπάρχει κοινωνία είχε πει υπάρχουν οικογένειες και επιχειρήσεις. Οι άνθρωποι πρέπει να νοιάζονται πάνω από όλα για τον εαυτό τους.

Διδαχτήκαμε λοιπόν να αγωνιζόμαστε ο ένας ενάντια στον άλλον για να μπορούμε να επιβιώσουμε στο αναγκαίο κλίμα ανταγωνιστικότητας. Είδαμε όλες τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας να γίνονται εμπορεύματα. Ο ατομικισμός και η αδιαφορία έγιναν η βάση του κοινωνικού οικοδομήματος. Το κατεστημένο της οικονομικής ελίτ με νύχια και με δόντια έστησε ένα καθεστώς υποκουλτούρας πολιτικής και πολιτιστικής. Ουρλιάζει εδώ και χρόνια.

Κατατρεγμένοι όλου του κόσμου επιστρέψτε στα σπίτια σας. Οι αγώνες τελείωσαν, οι απεργίες ξόφλησαν, το θέαμα τέλειωσε, δεν έχει πια τίποτε να περιμένετε. Πάρτε μαζί σας και τους καινούργιους προλετάριους που δημιουργούν τα μεταναστευτικά κύματα. Αφρικανούς, Πακιστανούς που σκαρφαλώνουν στους φράχτες της μεσογείου για να πουλήσουν ένα γρατσουνισμένο σιντί για να γλείψουν κι αυτοί λίγο το κόκκαλο ευδαιμονίας του αμερικανικού ονείρου που διδάχθηκαν στις αποικίες απʼ τα media του πολιτισμένου κόσμου. Αυτά που ξεπάστρεψαν όσους λυπήθηκε η σύφιλη. Πάρτε μαζί σας τους νεόφτωχους πρώην μικρομεσαίους που ξεβράζει η οικονομική κρίση. Άνθρωποι σταματήστε να πιστεύετε σε έναν καλλίτερο κόσμο. Τα όνειρά σας ήταν φαντασιώσεις, οι ιδεολογίες σας σκόνη. Ξαναγυρίστε στην εκκλησία και στην μεταφυσική. Στις καφετζούδες και στα μέντιουμ. Κάντε έρωτα μέσω skype, καυλώστε στο facebook. Η ανθρώπινη επαφή ήταν βίτσιο των μαρξιστών. Η συνεχής ροή διαστροφή του Ηράκλειτου. Η θεωρία της εξέλιξης ανωμαλία του Δαρβίνου. Δικαιοσύνη, ισότητα, αδελφότητα λέξεις όλο υποκρισία και ψέμα. Στο εξής ο καθένας να κοιτάζει τον εαυτό του. Κάτω η πάλη των τάξεων. Ζήτω η πάλη όλων εναντίον όλων.

Σε ποιες τρύπες όμως κρύβονται οι διανοούμενοι; Τα πολύτιμα ταλέντα και τα ανοιξιάτικα βλαστάρια της σκέψης τι απέγιναν; Οι ήρωες των ιδεών, οι σημαιοφόροι του πνεύματος, οι παλαιστές του επιχειρήματος; Χάθηκαν. Απέμειναν στους δέκτες οι δήθεν σοφοί, οι δοκησίσοφοι του Πλάτωνα, που μετά το αποκαλούμενο τέλος των μεγάλων ιδεολογιών επέστρεψαν να κοιμηθούν τον ύπνο του συντηρητισμού και μαζί να αποκοιμίσουν και τους υπόλοιπους. Αυτές οι παρηκμασμένες, κλαψιάρικες και κυνικές ψευδοελίτ που προωθούν μια ιδεολογία μαλθακή χωρίς σύσταση και ουσία. Σκληρή σαν γρανίτη για τους νέους και τους αδύναμους. Που μεταφέρουν πάντα τη συζήτηση σʼ έναν κόσμο τόσο αγνό και πλυμένο που αρνούνται πλέον να λερωθούν με θέματα όπως η εκμετάλλευση, η διαφθορά, το ψέμα.

Στην Ελλάδα ανακηρύξαν ποιητή τον ασήμαντο Χυτήρη που τρέχει με τη μερσεντές του από ίδρυμα σε ίδρυμα διαβάζοντας ποιήματα. Αφήνοντας σπουδαίους συγγραφείς να πεθαίνουν στην ψάθα. Απʼ τον Παπανούτσο της φιλελεύθερης συμπόνιας ενός αστικού μύθου περάσαμε στις κατουρόκαυλες του Ράμφου και στις κλάψες της Δημουλά. Κι απʼ το μπανιστιρτζή Ανδρουλάκη στη γλίτσα στου νεορθόδοξου Γιανναρά με το νερόβραστο δασκαλίστικο παροξυσμό. Αυτή είναι η επίσημη διανόηση την εποχή της κρίσης προστατευμένη πάντα στην αγκαλιά του πράσινου εργολάβου του σοφού καναλάρχη που υγραίνεται όταν προφέρει τις λέξεις αγορά ανάπτυξη προσφορά ζήτηση απόδοση.

Σκέλεθρα της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας, της δημόσιας διοίκησης, που περιφέρονται στα κανάλια και μας βομβαρδίζουν με τις φιλελεύθερες ανοησίες τους εν είδει διατεταγμένης υπηρεσίας. Ένα μάτσο δήθεν που έχουν κατακλύσει τη χώρα και προσπαθούν να διατηρήσουν το δημιουργηθέν καθεστώς, αυτό που απλόχερα τους έχει παραχωρήσει αναγνώριση, βήμα, χρήμα και λοιπά αγαθά.

Ο διανοούμενος των μέσων είναι υπερόπτης. Γαμεί και δέρνει χωρίς φόβο. Τα λέει χύμα στον Παπαχελά. Μας φτύνει με τα σάλια του. Βάζει στον ίδιο παρανομαστή την ορμή του απεργού με το μένος του χούλιγκαν. Την οργή του ανέργου με την βλακεία του θρησκόληπτου. Σνομπάρει τους αγώνες και τα κινήματα αποκαλώντας τζαμπατζήδες όσους διεκδικούν. Βέβαια για τις υπηρεσίες του συντρώγει με τον μέγα καταπιόνα υπουργό προπαγάνδας. Μαζί ακκίζονται, είρωνες και αφʼ υψηλού, αλληλολείχονται πληρώνοντας το μεσημεριάτικο φουαγκρά τους με το κατοστάρικο που έκοψαν απʼ το συνταξιούχο, την εργαζόμενη μάνα, το βιομηχανικό εργάτη, τον οικοδόμο. Αλλά και το δώρο που έκοψαν απʼ τον πρασινοφρουρό οπαδό τους που κουνάει την προεκλογική σημαιούλα. Αυτόν που καταπίνει αμάσητη όποια καινοτομία και να του πασάρουν απʼ τη χωματερή του εξωτερικού ο Πανάρετος και η πανάρετη αντιλόπη του εκσυγχρονισμού. Αυτόν που οδηγείται ως σφαχτό στη σούβλα περιμένοντας την ανάσταση, λοιδορώντας τους απεργούς, υπερασπιζόμενος δήθεν το δικαίωμα στην εργασία όπως ο παιδεραστής πατέρας υπερασπίζεται το δικαίωμα στο βιασμό του παιδιού του.

Για ένα κράτος που υπηρετεί τους κρατικοδίαιτους ιδιώτες αρμέγοντας τον λαό υποβάλλοντάς τον σε μόνιμη υποταγή στους τοκογλύφους και τις τράπεζες, με έναν πρόεδρο της δημοκρατίας αχυράνθρωπο που υπογράφει καταδικαστικές αποφάσεις παραβιάζοντας κατάφωρα το σύνταγμα που υποτίθεται διασφαλίζει, με διανοούμενους που δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα που έχουν άπαντες οι πολίτες αλλά και την υποχρέωση να αρνηθούν να υπακούσουν και να προβάλουν αντίσταση στην κυβέρνηση όταν η τυραννία της είναι βαριά και δυσβάσταχτη. Δικαίωμα κατοχυρωμένο με αίμα και σαφώς διατυπωμένο εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια απʼ το Σοφοκλή στην Αντιγόνη που την κανιβαλίζουν στην Επίδαυρο με κρατικά έξοδα για να διασκεδάζει την πλήξη της η άρχουσα τάξη τα καλοκαίρια.

Ω ναι η οργή είναι αγενής. Δεν έχει καλούς τρόπους. Η οργή είναι καταρρακωμένη συνείδηση, τραυματισμένη αξιοπρέπεια, κοινωνική απομόνωση, ανέχεια, εξαθλίωση, εξορία απʼ τα κοινά.

Όταν ένα φυτό αδυνατεί να ζήσει σύμφωνα με τη φύση του, πεθαίνει. Το ίδιο και ο άνθρωπος. Γιʼ αυτό θα πρέπει να γίνει συνείδηση ότι το πρόβλημα δεν είναι κάποιο απροσδιόριστο και συνεχές χρέος  ή έλλειμμα αλλά το σύστημα που τα παράγει. Ο καπιταλισμός έχει αρχίσει να τρέφεται απ΄τις σάρκες του. Δηλαδή με ανθρώπινο κρέας. Τα μεγάλο ζητούμενο είναι η ταξική πάλη. Η ισοκατανομή του πλούτου. Η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η φυσιοκρατική αντίληψη του κόσμου.

Η πολιτική ανυπακοή είναι η πλέον αρμόζουσα ηθική στάση. Βγάζει τη γλώσσα σε εθελόδουλους και συμβιβασμένους δημιουργώντας τις συνθήκες που θα σμπαραλιάσουν το παλιό και θα γεννήσουν το καινούργιο. Οι άνθρωποι πρέπει να υψώσουν το ανάστημά τους μπροστά στην ψωραλέα δημοκρατία λάστιχο που παράγει δουλεία και πολέμους, προσφέροντας κάτι περισσότερο από μια ευτελή ψήφο.

Το σύστημα αυτό που κοινωνικοποιεί τις απώλειες και ιδιωτικοποιεί τα κέρδη είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Το ψυχορράγημά του όμως θα είναι βασανιστικό για τον άνθρωπο εάν δεν γίνει κοινή συνείδηση η καβαφική Δυνάμωσις:

Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απʼ το σέβας κι από την υποταγή.
Aπό τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κʼ έθιμα κι απʼ την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Aπό τες ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θʼ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

Εκεί που το παιδί μαθαίνει φυσικούς νόμους θετικές επιστήμες και ορθολογισμό έρχονται οι γιορτές και τρώει τη μεγάλη φάπα. Τα Χριστούγεννα που αστράφτουν εξαιρετικά σαν παραμυθάκι αλλά ξεστομίζουν ζούρλιες για την παρθένο και τη λαχτάρα της να σώσει το ανθρώπινο γένος απο τις κραιπάλες και τα όργια δείχνοντας πως ο μεγαλοδύναμος δε γεννήθηκε ως κοινός θνητός μέσα στα σκατά και τα αίματα. Υπογραμμίζοντας πως ο θεάνθρωπος ήρθε στον κόσμο  χωρίς φυσικό τρόπο παρά με σύμβολα αθωότητας λουσμένος και ποιητικό λόγο ως ασυνήθιστο λογοτεχνικό έκθεμα της εποχής των τόκ σόου του δρόμου. Τότε που το κήρυγμα ξεκολλούσε σοβάδες κι οι προφήτες ήταν οι τεχνίτες της ατάκας ετοιμόλογοι κι ετοιμοπόλεμοι γιατί άρχιζε να παίρνει κεφάλι το πείραμα κι η απόδειξη κι η διαβολεμένη αμφισβήτηση. Ο μέγας γραφιάς και σκιάχτης Ιωάννης της αποκάλυψης υποχόνδριος σφόδρα και ικανός να χρησιμοποιεί τις λέξεις ως ζώντες οργανισμούς με ικανότητα λαγωνικού όσον αφορά τις οσμές και τις σάρκες νεκρών ζώων μαγάρισε τον αρχαίο παγανισμό φτιάχνοντας έναν εφιάλτη στέρεο και συμβατό με το χάος που κυοφορούσαν οι συγκρούσεις της εποχής. Τα Σατουρνάλια έπρεπε να θαφτούν κάτω απο την κοπριά της βηθλεέμ.

Οι φλεγματικοί ιστορικοί μπάλωσαν τα παράδοξα της εποχής με το ιδεολόγημα της δικής τους χτίζοντας τους μύθους της επόμενης. Οι θρησκείες ξεφύτρωναν πάντα σαν τα μανιτάρια στο υγρό χωματάκι του δάσους μιας απελπισμένης ανθρώπινης ψυχής φυλακισμένης σε ένα σώμα πονεμένο που δούλευε για να συντηρεί τις εξουσίες και τα πολεμικά έπη. Κορμάκια πεταμένα στον καιάδα της μεταφυσικής μαραμένα λουλούδια σκορπισμένες στάχτες στʼ αυλάκια της γης. Πληθυσμοί μονάχα και στατιστικές όχλος αναιμικός που είχε τις αρρώστιες για οργή θεού και τον καυτό ήλιο που μαλάκωνε το δερματάκι του και χαλάρωνε τις αρθρώσεις του ως θεϊκό χάδι. Όμως παρότι ο κόσμος βυθίστηκε στη σκουριά του μεσαίωνα και τα σκοτεινά χρόνια προετοίμασαν τις σύγχρονες χούντες η ανθρώπινη πράξη έλυσε τη δυσκολία πολύ πριν να την επινοήσει η ανθρώπινη ευφυΐα.

Η θρησκευτική μισαλλοδοξία της μεσαίας τάξης πέρασε μηχανικά στο εργατικό προλεταριάτο το οποίο όταν άρχισε να στριμώχνεται στις πόλεις βαφτίστηκε στην κολυμπήθρα του παντοδύναμου όντος. Και μαζί με τη διάδοση του λαδιού στη σαλάτα που ήταν μέχρι τότε προνόμιο της αριστοκρατίας συνοδεύτηκε από έναν εκσυγχρονισμένο πλέον χριστιανισμό κατασταλαγμένο ως εργαλείο καθημερινής χρήσης. Έναν χριστιανισμό που κατάφερε μέχρι σήμερα να κάνει τους λεγόμενους μορφωμένους ανθρώπους να πιστεύουν σε όλων των ειδών τα απίθανα θαύματα διαστρέφοντας τα δεδομένα της επιστήμης τους έτσι ώστε να μη συγκρούονται έντονα με τους μύθους της βιβλικής γένεσης. Αυτή η συνομωσία σιωπής που κάνει τη γνώση να προκαλεί συναισθήματα αγωνίας τόμου και δυσθυμίας. Αυτή η γνώση που μεταμορφώνει την τρυφερή σάρκα του παιδιού σε χοντρόπετσο ενήλικα. Αυτή η γνώση που χτίζει τα μικροαστικά οχυρά που αδυνατούν να διαμορφώσουν εν παραλλήλω μια κριτική αναστοχαστική εκτίμηση για τη φύση της γρανγκινιόλικης εξέλιξης των ανθρωπίνων θεμάτων. Αυτή η φαρσική δομή της εκπαίδευσης που τροφοδοτεί τα ιερά και τα όσια ενός πυρηνικού συστήματος εκμετάλλευσης με ιερατεία στρατούς κι ακαδημίες ισορροπώντας ένα πλήθος αντιφατικών στοιχείων απο τη φρίκη και την αγωνία ως τη χαρά και την ευχαρίστηση.

Για τους κρατούντες ο καυλωμένος είναι επικίνδυνος. Οι Εβραίοι κάνανε παρέμβαση στην ανθρώπινη φύση με ξυράφι. Η περιτομή απέβη ένα ασύλληπτο όπλο εναντίον της εξεγερμένης πλέμπας. Αυτής που απειλούσε το ιερατείο. Στην πολιτισμένη δύση βεβαίως η περιτομή γίνεται με το γάντι μέσω απαγορεύσεων. Οι δυτικοί δεν ψαλίδισαν κλειτορίδες έκαψαν όμως στην πυρά τις γυναίκες που αντιστάθηκαν. Σακάτεψαν και σακατεύουν με βιτριόλια όσους δε γουστάρουν. Οι αγάμητοι μητροπολίτες έχουν άποψη για το πώς θα γαμεί ο λαουτζίκος. Ο στρατός των καθολικών ιερέων είναι γεμάτος παιδεραστές. Στην αγία Αμερική οι προτεστάντες έριξαν το Δαρβίνο στον καιάδα.
Οι μπουρζουάδες κατάλαβαν πως χρειάζονται το χριστό περισσότερο απο το χωροφύλακα. Οι μπουρζουάδες που είδαν το λαό να σηκώνει κεφάλι πήραν μεγάλη τρομάρα και έριξαν στην αγορά την νέο-ορθόδοξη κουράδα πασπαλισμένη με ολίγη νεοτερικότητα. Κρύψανε πίσω απο τη δήθεν θεολογική επιστήμη τη λύσσα τους για τους επαναστάτες, τους αληθινούς ποιητές και τις οργανωμένες εξεγέρσεις. Στην πραγματικότητα αυτές παλεύουν καθημερινά. Η θατσερική ατάκα πως δεν υπάρχουν κοινωνίες παρά οικογένειες και επιχειρήσεις δεν είναι απλώς το νέο-φιλελεύθερο δόγμα αλλά η θεολογία του νέου καπιταλισμού το βιβλικό απόφθεγμα του νέου εργασιακού μεσαίωνα.

Οι θρησκείες πρόσφεραν πάντα απλόχερα χείρα βοηθείας στους νικητές. Όντας στην πρώτη γραμμή των υποκατάστατων θείων προϊόντων οι χριστιανικές εκκλησίες υιοθέτησαν κάτω απο την πίεση του εμπορεύματος μια διεστραμμένη επίδειξη του χαμαιλέοντα χριστού. Γιός θεού, γιός παρθένας, δημιουργός άρτων και θαυμάτων ομοφυλόφιλος και πουριτανός πολιτικός ακτιβιστής κατήγορος και κατηγορούμενος δουλευτής κι αστροναύτης. Τον είδαμε έμπορο της στέρησης διανομέα χαρίτων αβράκωτο σοσιαλιστή φασίστα αντιφασίστα. Υπήρξε σε όλα τα εμβλήματα σε όλες τις σημαίες σε κάθε αυτοπεριφρόνηση στις δυο μεριές του ροπάλου στις περισσότερες θανατικές καταδίκες όπου στέκει εξίσου καλά στο χέρι του δήμιου όσο και στου καταδικασμένου. Έχει τη θέση του στα αστυνομικά τμήματα, τις φυλακές, τα σχολεία, τα μπουρδέλα, τους στρατώνες, τα πολυκαταστήματα. Χρησίμεψε σαν υποστήριγμα, σα δείκτης πορείας, σα σκιάχτρο για να εξακολουθήσουν να αναπαύονται οι νεκροί εν ειρήνη κι οι ζωντανοί γονατιστοί, σα βασανιστήριο και σα δίαιτα αδυνατίσματος. Θα χρησιμέψει ως πλαστικός φαλλός όταν οι έμποροι αγίων θα αποκαταστήσουν εμπορικά το αμάρτημα.

Ω ταλαίπωροι μωάμεθ βούδες κομφούκιοι θλιβεροί αντιπρόσωποι ανταγωνιστικών φιρμών χωρίς φαντασία και δυναμισμό ο χριστός κερδίζει σε όλα τα μέτωπα. Ω ανθρωπότητα! Καλά Χριστούγεννα και καλή τύχη!

Γονείς μου, είστε υπεύθυνοι για την εξαθλίωση τη δική μου και τη δική σας…. Τώρα επαναστατώ ενάντια στο θάνατο, έγραφε ο Αρθούρος Ρεμπώ στους γονείς του αντικρίζοντας πρώτος την αδηφαγία, την απληστία και τη βία που βγάζουν οι προηγούμενες γενιές στις νεότερες. Η πρώτη λέξη αλώστε που απευθύνει ένα παιδί έστω και με νεύμα είναι η λέξη γιατί. Αυτό το γιατί που θα έπρεπε να βρίσκετε στη θέση του χριστού στις σχολικές αίθουσες. Αυτό το γιατί που έβγαλε τον κόσμο απ’ τα σκοτάδια του δίνοντας ελπίδα.
Οι Πέρσες δεν έχουν αγίους αλλά ποιητές. Ακριβέστερα, έχουν ως αγίους τους ποιητές. Μας δώσαν τον Σααντί, τον Αττάρ, τον Τζελαλουντίν Ρουμί. Οι Πέρσες δεν στείλαν σε μας πολιτιστικά σκουπίδια και οχιές. Τον κινηματογράφο και τη μουσική τους δεν τα παίζει το μέγκα. Δεν τα εκθειάζει ο Παπαχελάς και η αμερικάνικη πρεσβεία. Ω ναι, υπάρχουν διάβολε εξαίσιες μουσικές απ’ το Ιράν, την Αιθιοπία, την Ινδία, το Πακιστάν, τη Χιλή, τα Ανώγεια, τη Μάλτα, το Σουδάν, την Αλβανία, τη Θράκη, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία. Από χίλιους τόπους αναβλύζει η ποίηση αλλά οι ντόπιοι αμερικανοτσολιάδες εθνάρχες θέλουν σκυλάδικο και σβάστικα. Θέλουν ένα λαό στα κομματικά βοσκοτόπια και τα τηλεοπτικά μαντριά. Μάγισσες και χαρτορίχτρες. Θέλουν πίστη. Επειδή ακριβώς μόνο το παράλογο δεν επιτρέπει να του δοθεί καμιά εξήγηση. Επειδή ο Τερτυλλιανός συνοψίζει την πεμπτουσία της θεολογίας: Credo quia absurdum, δηλαδή, πιστεύω γιατί είναι παράλογο. Έτσι σταματάει κάθε συζήτηση και απομένει η επική ηλιθιότητα της πίστης.
Συντριμμένος από τη συνεχή δουλειά, στερημένος κι απογοητευμένος ο λαός συνήθως αποδέχεται στο σύνολό τους και δίχως κριτική τις θρησκευτικές και πολιτικές πίστεις. Αυτές τον περιβάλουν απ’ τη γέννηση μέχρι το θάνατο. Σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του παπάδες και μη δηλητηριάζουν τις ανάγκες του. Του βρομίζουν το φαί και τον έρωτα, του καταστρέφουν τα βουνά και τα λαγκάδια. Ακόμα κι αυτή την αρχαία αθωότητα του Πάνα που κυνηγούσε νύμφες στους αγρούς την έκλεισαν στο μπορντέλο. Την προσευχή του παγανιστή τη φυλάκισαν στον κουμπαρά της εκκλησίας. Την τρεχάλα και τη ζωτική ορμή των παιδιών τη μάντρωσαν στα ντουβάρια.
Μιζέριες, γκρίνιες, γρίπες. Οι αγορές, τα λεφτά, η ανάπτυξη. Η τράπεζα της Ελλάδος, η Εθνική, η Πειραιώς, η κυρία Βαρδινογιάννη και τα κουτάβια της. Οι αγαθοεργίες του Λάτση στα ορφανά της Ζαχάρως, τα μεγάλα έργα, οι ευεργέτες. Η πίστη σ’ έναν δημιουργό, ρυθμιστή, κριτή , κυρίαρχο, τύραννο, σωτήρα και ευεργέτη του κόσμου. Άνθρωποι περιορισμένοι πνευματικά, υλικά και ηθικά στο ελάχιστο της ανθρώπινης ύπαρξης εγκλωβισμένοι μέσα στη ζωή τους όπως ο φυλακισμένος στο κελί του, δίχως ορίζοντα και διέξοδο. Ένας λαός που θα πρέπει να έχει την ευνουχισμένη ψυχή και το ρυτιδωμένο ένστιχτο των πλουσίων για να μην αισθάνεται την ανάγκη να ξεφύγει.
Ένας ολόκληρος στρατός από βασανιστές, καταπιεστές, παπάδες, βασιλιάδες, κυβερνήτες, στρατιωτικούς, εργολάβους, αγιογδύτες, δήμιους, δεσμοφύλακες, επαναλαμβάνουν τα λόγια του Βολταίρου, ότι, εάν ο θεός δεν υπήρχε θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Χρειάζεται λοιπόν μια θρησκεία για τον λαό. Μια δικλείδα ασφαλείας. Μια θεολογία που θα ανακυκλώνεται.
Η ακραία απαξίωση της μάθησης, η διάθεση απόδρασης από τα βάρη και τα βαρίδια της ιστορίας, η απορρόφηση μιας στεγνής ωφελιμιστικής μέριμνας για το ατομικά εξασφαλισμένο μέλλον, ο άκρατος αντικομουνισμός. Αυτά είναι τα προικιά που αφήνει στους νεοσσούς η γενιά του Πολυτεχνείου. Ένα χαρμάνι ψευδο-ευημερίας και συντηρητικών καθηλώσεων. Η συνάντηση της πιο ακατέργαστης ιδεαλιστικής αφέλειας με μια χαυνωτική ιδιοτέλεια που αντιγράφει πιστά τους βρωμερούς κώδικες της κοινωνίας των ενηλίκων. Ο Σκαρίμπας μιλούσε για εαυτούληδες. Επεισόδια ζωής προορισμένα να καταναλωθούν από την αδηφάγο ανία ενός συστήματος που δεν παράγει πλέον συλλογικά οράματα και δημόσια πάθη.
Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι ποιητής, διανοούμενος, κινηματογραφιστής προφήτεψε το σημερινό σοσιαλφασισμό γράφοντας με μιαν ανάσα για τους έλληνες δολοφονημένους φοιτητές.

ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, ΜΕ ΜΙΑΝ ΑΝΑΣΑ, ΝΟΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1973

Το φασισμό εγώ τον έζησα στη χώρα μου, τον ξέρω.
Βασάνιζε, φυλάκιζε· σκότωνε μόνο το κορμί
Μα πάντα έμενε το αθάνατο σιτάρι του λάου μου… Όμως
έρχεται ο καιρός (στη χώρα μου ήδη έχει φτάσει)
που θα γνωρίσουμε τις μαύρες εξουσίες των ανθρώπων της «κουλτούρας»,
πού ’ναι οι σημερινοί Αντιφασίστες και
είναι οι Πλέον Γνήσιοι Φασίστες…
Αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές
και τις ρουφάνε προς το κέντρο σα βρικόλακες
αφήνοντας τα σώματα σκιές.

Μήπως ο Παζολίνι γράφει για τους σημερινούς ταγματασφαλίτες των Βρυξελών, τα τέκνα του Τολιόπουλου και του Μανιαδάκη; Μήπως μιλά καθαρά για τον δοσίλογο τιμονιέρη που μηρυκάζει πατριωτισμούς και πράσινους ήλιους; Μήπως λέει ξεκάθαρα πως οι σημερινοί βρικόλακες εξαργύρωσαν με μαεστρία τον αντιφασισμό τους και την ρητορεία περί κοινωνικής δικαιοσύνης;
Το Πολυτεχνείο υπήρξε η ιερή αγελάδα της μεταπολίτευσης. Ο ελληνικός Μάης του 68 που χρειάστηκε η αστική τάξη για να στήσει τις μυθολογίες της. Για ν’ αλφαδιάσει τους σκληρούς κοινωνικούς αγώνες με την πολιτική ορθότητα του School of economics. Της φωλιάς απ’ την οποία ξεμπουκάρουν ένας ένας οι σημερινοί αρουραίοι της πολιτικής ζωής και του δημόσιου βίου. Οι νέοι φιλελεύθεροι έρχονται να αφήσουν την κοτσιλιά τους. Έρχονται να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Από το Athens Review of books μέχρι το ΕΚΕΒΙ από την Καθημερινή και τον Σκάι μέχρι το Protagon.gr, από τη φιλελεύθερη αριστερά μέχρι τον πεφωτισμένο συντηρητισμό διαμορφώνονται πλέον αξιοσημείωτες συγκλίσεις. Ο ένας κραυγάζει απ’ το Βήμα και τα μεγάφωνα του συγκροτήματος, προς θεού όχι άλλοι αγώνες, η άλλη ουρλιάζει σαν στειρωμένη σκύλα απ’ το lifestyle έντυπο της Athens voice σφάξτε τους κομουνιστές για να προκόψει ο τόπος. Οι άνθρωποι της κουλτούρας με το έξυπνο ύφος και τη σπιρτάδα τους δεν βλέπουν δίπλα τους ανισότητες, εργασιακή βία, εργοδοτικό δεσποτισμό παρά υγραίνονται απ’ τη συγκινητική φιγούρα του επιχειρηματία δημιουργού που καινοτομεί. Αναγνωρίζουν ως αξίες, τον υπεύθυνο ατομικισμό και την καταγγελία του μεγάλου κράτους. Σφυρίζουν κατάρες για όποιον εναντιώνεται στο σύστημα που υπηρετούν.
Ο Ezra Pound έγραψε:

…γέμισε το γαλάζιο τ’ ουρανού με βρώμικους καπνούς· κανείς δε βρίσκεται
για να στολίσει με κεντήματα
το βυσσινί· κανένα Μέμπλιγκ
δε θά ’βρεις για το σμαραγδί.
Η τοκογλυφία
σκοτώνει το παιδί μέσα στη μήτρα
κόβει την όρεξη στον άντρα για ποδόγυρο·
φέρνει τη νέκρα πάνω στο κρεβάτι,
χώνεται ανάμεσα στη νύφη εκεί και στο γαμπρό
(CONTRA NATURAM).
Πουτάνες φέρανε στην Ελευσίνα
πτώματα στρώσαν στο συμπόσιο για το δείπνο
γιατί αυτό προστάχτηκε
απ’ την τοκογλυφία».

Σήμερα που το τρίπτυχο πατρίς, θρησκεία, τοκογλυφία έχει την τιμητική του σκέφτομαι το γενναίο Βασίλη Διαμαντόπουλο το Νοέμβρη του 1995 να λέει:

Για τους γνωστούς άγνωστους.

«Πιπιλάμε την καραμέλα όλοι μας -και σ’ αυτό βοηθήσανε κι οι δημοσιογράφοι οφείλω να πω- περί γνωστών αγνώστων. Για μένα είναι ένα σημείο, όπου αρχίζει ο συμβιβασμός. Αρχίζει, δηλαδή το παζάρι. Ποιοι είναι οι γνωστοί άγνωστοι και ποια είναι τα παιδιά, τα οποία αυθόρμητα βγάζουν την κραυγή, γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Οσο μεγάλοι κι αν είναι, δεκαοκτάχρονοι, εικοσάχρονοι, δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά, ούτως ώστε να οργανωθούν και να δώσουν τη μάχη τους οργανωμένα, σωστά και αποτελεσματικά. Και το δωδεκάχρονο ακόμα εισπνέει, εισπράττει ένα σμπαραλιασμένο κράτος που δεν πιστεύει πουθενά. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που πιθανόν υπάρχουν, όλο το πολιτικό φάσμα είναι σμπαραλιασμένο, είναι ψευδές. Ψεύδεται. Ψεύδεται απέναντι στο λαό κι εγώ το θεωρώ προδοσία. Αυτά λοιπόν τα παιδιά εισπράττουν αυτό το μπλοκάρισμα και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Το εκφράζουν έτσι. Χτυπώντας, καταστρέφοντας, κάνοντας αυτές τις πράξεις τις καταδικαστέες όπως λέμε όλοι -που για μένα δεν είναι καταδικαστέες. Γι’ αυτά τα παιδιά, αυτό ήταν μια κραυγή. Όταν πετάγαν το σκαμνί, πετάγανε το κράτος, πετάγανε αυτή τη γελοιότητα. Δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή. Η καταστροφή ήταν μία κραυγή, ήταν μια θέση, μια στάση. Ετσι πρέπει να το δούμε. Εμένα με συγκινεί αυτή η στάση. Συγχωρέστε με».

Για το άσυλο:

«Ποια είναι η διαφορά των τανκς της χούντας με τα ΜΑΤ που μπήκαν στο Πολυτεχνείο; Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η διαφορά. Αυτοί μπήκανε με τα τανκς και εμείς μπήκαμε οπλοφόροι και με τις μάσκες. Με τα ΜΑΤ. Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η ουσιαστική διαφορά. Διότι αν μιλάμε περί ασύλου, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι ένα άσυλο, έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι ένα άσυλο».

Για το κάψιμο της σημαίας:

«(Η σημαία) είναι ένα πανί που το δώσαν σε έναν ράφτη και που το ‘ραψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Αφήστε με να τελειώσω. Δικαίωμά σου είναι να διαφωνείς. Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από αυτό το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».

Για τη διαφορά από τη χούντα:

«Η διαφορά μας από τη χούντα είναι τούτη: ότι η χούντα ήταν ένας ξεκάθαρος εχθρός, γι’ αυτό και σχεδόν ολόκληρος ο λαός συμμετείχε (στην αντίσταση) ενάντιά της. Σήμερα, υπάρχει μία χούντα -επιτρέψτε μου να πω και έχω συνείδηση αυτού που λέω- η οποία καλύπτεται απ’ το άλλοθι της δημοκρατίας. Όταν λοιπόν γίνονται αυτά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, με τους βανδαλισμούς -σε εισαγωγικά, διότι εγώ δεν τους κρίνω βανδαλισμούς, είναι μια έκφραση κραυγής- και όλα τα δημόσια πρόσωπα, όλοι οι υπεύθυνοι του κράτους αυτού δεν έχουν συγκινηθεί, δεν έχουν ανατριχιάσει γι’ αυτά τα γεγονότα καθόλου, από κει και πέρα καταλήγω στο συμπέρασμα -το φρικτό συμπέρασμα αν θέλετε- ότι οι πράξεις αυτές ήταν λίγες. Αφού δεν ξύπνησαν κανένα. Και ίσως πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να ξυπνήσουμε κάποτε».

Ξεχειλίστε!

Σεπτεμβρίου 6, 2009

italy20couple1933

Το συναίσθημα διαθέτει μιαν ακατανόητη δύναμη. Δεν είναι άχρωμο, ηθικό, κομφορμιστικό. Η διαπλοκή του με το παχύ δέρμα της ύπαρξης το καθιστά ευάλωτο. Κάποια στιγμή η ισχύς του συναισθήματος έρχεται σε σύγκρουση με τον πένθιμο ορθολογισμό της εγκράτειας.

Από τη μια ο ανεξιχνίαστος εαυτός που κατασπαταλά αλόγιστα το χρόνο του, τις δυνάμεις του κι απ’ την άλλη ο δασκαλάκος που τον υπονομεύει, ο υπάλληλος που τον νουθετεί παροπλίζοντας τις φυσικές του ανάγκες, ο δεσμοφύλακας των επιθυμιών που τον κεντά με τη βουκέντρα του σε κάθε απόπειρα απόκλισης. Ο μικροαστισμός γίνεται ο υποβολέας της συμπεριφοράς μας στο θέατρο της ζωής. Για όποιον τον αγνοήσει πάνω στο σανίδι η αυλαία λειτουργεί ως κοφτερή λαιμητόμος.

Μοιράστε το χρόνο σας. Μην ξοδεύετε τα αισθήματά σας. Λογαριάστε με το αριθμήτηριο της λογικής το βίο σας. Από τη μια ο ερωτευμένος που σκορπίζει χαρμόσυνα τον έρωτά του, που ξοδεύει τα αισθήματά του χωρίς επιφυλάξεις και δίχως έγνοια ανταμοιβής κι απ’ την άλλη ο φειδωλός αστός  που τσιγκουνεύεται τα αισθήματά του, την ευτυχία του. Από τη μία η αστική οικονομία του κορεσμού από την άλλη η διεστραμμένη οικονομία του σκορπίσματος. Της άγριας παραφοράς, της διασπάθισης κάθε συμφέροντος.

Γράφω σημαίνει έχω συνείδηση της αχρηστίας μου και της φθαρτότητάς μου. Ερωτοτροπώ σημαίνει βγαίνω απ’ το χρόνο, τον καταργώ άρα δε διαχειρίζομαι την οικονομία του με αγοραίους όρους δεν πανικοβάλλομαι απ’ την ασυνέχεια του δεν τον μετράω με αριθμούς αλλά με συνουσίες, δεν τον σκορπάω γιατί είναι ήδη σκόρπιος.

Ωστόσο ο ερωτικός λόγος, η στέρνα του ποιητικού γίγνεσθαι δεν είναι απαλλαγμένη απ’ τα μικροσυμφέροντα και τους υπολογισμούς. Μερικές φορές σταθμίζω, μετρώ είτε για να πάρω μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, είτε για να αντλήσω ηδονή, είτε για να παραστήσω τον άλλο μπροστά στο δικό μου καθρέφτη. Διαθέτω συνεχώς ένα θησαυρό από μηχανορραφίες που σπαταλώ για το χατίρι του άλλου μη προσδοκώντας τίποτα. Όμως όλα αυτά δεν είναι παρά εξάψεις. Όταν γινόμαστε όργανα του έρωτα, όταν γινόμαστε δημιουργοί κανένα δίκαιο δε μας καταβάλει, κανένας κανόνας δε μας φοβερίζει με τα δεσμά του. Τελικό κέρδος δεν υπάρχει. Η δαπάνη είναι ανοιχτή, επ’ άπειρον, η δύναμη παρεκκλίνει.

Ο ερωτευμένος δεν είναι άγγελος με φωτοστέφανο κι ο ποιητής δεν είναι ο έσχατος λυρικός. Ο κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του τα δύο στοιχεία. Τη ζωογόνο λαχτάρα του κορμιού και την εκλογίκευση των αισθημάτων. Έρχεται τότε το μελάνι να γρασάρει τον  μέσο όρο, να σπείρει σα τον Οδυσσέα αλάτι στο χωράφι του παρασταίνοντας τον τρελό μπροστά στο κακό που έρχεται, μπροστά στη βία της καθημερινότητας που ελλοχεύει, γνωρίζοντας βαθιά πως θα θερίσει θύελλες στο μέλλον, τοιμάζοντας το κουφάρι του για το λιβάδι της αιωνιότητας να το βοσκήσουν διψασμένες σφήκες.

Ο δημιουργός έχει βαθύτατη συνείδηση του θανάτου. Όλα όσα είδε τα είδε επι ματαίω. Πενθεί κάθε στιγμή με την αλλόφρονα χαρά του. Πενθεί ότι αισθάνθηκε, τις σύντομες στιγμές, το αγαπημένο πλάσμα, τις ονειρικές μορφές με τα ποικίλα τους ονόματα. Κι αυτό το πένθος δεν είναι μια αισχρή σκέψη για το θαύμα της ζωής μα ένα φυτίλι έτοιμο να πυροδοτήσει το δυναμίτη της αλλαγής.

Το ερωτικό ξόδεμα παράγει περίσσεια. Η περίσσεια ισοδυναμεί με το κάλλος. Να μια εξίσωση που δε διδάσκεται στα σχολεία και στη διοίκηση των επιχειρήσεων μα στα κρεβάτια και τους αγρούς. Ξεχειλίστε! Να ένα σύνθημα που δε γράφεται στους τοίχους  μα το ψιθυρίζει ο καθείς στον επιθανάτιο ρόγχο του όταν μαζεύει τα συμπράγκαλα του για τον Άδη και βλέπει εκεί στο τελευταίο του δευτερόλεπτο το τελευταίο φως. Γνωρίζοντας τώρα πια πως όλη του η περιουσία ήταν το ξόδεμα και πως μονάχα αυτή μπορεί να κουβαλήσει ο περατάρης με τη βάρκα του.

Ναι! η ερωτική περίσσεια είναι η περίσσεια της χαράς ενός παιδιού απ’ το άχρηστο παιχνίδι του, απ’ το άσκοπο κρυφτό του, το βάναυσο κυνηγητό. Ναι, αυτή η περίσσεια μπορεί να τέμνεται από θλίψη, πόνο, μοναξιά γιατί ο έρωτας δεν είναι μέσος όρος καταστάσεων. Με την ανισορροπία του αποτελεί μέρος αυτής της σκοτεινής συνωμοσίας της ύπαρξης, αυτής της αρμονίας  που μας σφραγίζει με τον παραλογισμό της.

Βαθύς και μαγεμένος

Σεπτεμβρίου 6, 2009

CartierBresson6

Ζούμε μέσα στη στοργική θαλπωρή ενός βλέμματος. Όταν οι συνουσίες πιάνουν την άκρη τους, έρχεται στα σπλάχνα η μυρουδιά της μήτρας.  Είμαστε γητεμένοι μέσα στον ύπνο χωρίς να κοιμόμαστε. Κλώθουμε ιστορίες. Κεντάμε φωνές και χάδια.
Είμαστε πιασμένοι στα δίχτυα μιας κυτταρικής εμμονής που έρχεται πάντα με την παιδική μνήμη  της ηδονής. Το νήπιο όραμα μιας ευτυχίας. Τη στοργική θαλπωρή μιας αγκαλιάς. Οι νόμοι, τα μελλούμενα και τα παρελθόντα, οι φοβερές απαγορεύσεις  μιας μεταφυσικής κοσμολογίας αναιρούνται. Ο χρόνος αναστέλλεται κι όλες οι επιθυμίες καταργούνται γιατί φαίνεται πως έχουν οριστικά εκπληρωθεί.

Ωστόσο μέσα στο ποιητικό άπειρο ξεφυτρώνει το γενετήσιο όπιο. Η κόκκινη ψυχή καψαλισμένη απ’ τον ήλιο της ζωής. Ματωμένη απ’ την επέλαση τόσων αναμνήσεων. Ξεσχισμένη απ’ το διάχυτο εναγκαλισμό τόσων βλεμμάτων. Κι έτσι η λογική του πόθου μπαίνει σε κίνηση. Ο πόθος κατοχής επιστρέφει. Γίνομαι ένα βρέφος εν στύσει. Η πλήρης αθωότητα με τη ρομφαία της. Ο νεαρότατος έρως που πάλετε μεταξύ μητρότητας και αφροδισίας.

Νιώθω πλήρης. Όλες μου οι επιθυμίες καταργούνται μέσα απ’ την πληθωρική τους ικανοποίηση. Μέσα απ’ όλους τους μαιάνδρους του ερωτισμού, απ’ τις παρδαλές αντιφάσεις του ενστίκτου.

Μέσα απ’ τον οργασμικό μου λειμώνα λοιπόν γυρεύω πεισματικά να ξαναβρώ την πρωταρχική εικόνα το ερωτικό μηδέν που εξαγόρασε το βίο μου

mad069.jpg

Πριν ξεσπάσει η εξέγερση αυτή διαδραματίσθηκαν μια σειρά επαναστατικά γεγονότα:
H στάση των κατοίκων ορισμένων ορεινών χωριών του Mεσολογγίου, που αρνήθηκαν να καταμετρηθούν από τους κρατικούς υπαλλήλους τα κοπάδια τους και η εκδίωξη των δεύτερων.
H στάση των κατοίκων του χωριού Στρέζοβα, που επιτέθηκαν, με όπλα και πέτρες, ενάντια στους υπαλλήλους, ενώ τραυμάτισαν και δύο στρατιώτες.
H στάση των κατοίκων των χωριών Kαρκιανά και Kαλύβια ενάντια στους κρατικούς υπαλλήλους, από τους οποίους αφαίρεσαν και 3.000 δραχμές.
Aλλά η κυριότερη αφορμή για την εξέγερση ήταν ο νόμος για την προικοδότηση, σύμφωνα με τον οποίο, κάθε αγωνιστής του 1821 είχε το δικαίωμα να αποκτήσει ένα κομμάτι γης, ως ατομική ιδιοκτησία, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του. O νόμος, εξάλλου, έδινε τις προϋποθέσεις της δημιουργίας ενός κράτους αποτελούμενου από μικρούς και ανεξάρτητους ιδιοκτήτες, κάτι που θα ενδυνάμωνε την ισχύ της βασιλείας απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους.
Aλλά επειδή το σχέδιο νόμου προέβλεπε τη δωρεάν παραχώρηση στο κράτος της γης των αγροτών, οι αγρότες και οι κάτοικοι των χωριών ξεσηκώθηκαν.
Στην υπόθεση αυτή όμως έπαιξαν ρόλο και κάποιες μικροπαραταξιακές επιδιώξεις κάποιων, αλλά αυτό που έχει σημασία και που πρέπει να αναδειχθεί εδώ είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας της εξέγερσης. H εθνοφυλακή, η οποία είχε, στο μεταξύ, συγκροτηθεί από τον Άρμανσμπεργκ, ταυτόχρονα με το στρατό, λυμαινόταν την ύπαιθρο.
Έτσι, διάφορες ομάδες δυσαρεστημένων από τη βαυαροκρατία, τους νόμους και την εξουσία, μετεξελίχθηκαν σε ένοπλες ομάδες, δημιουργώντας αντάρτικα σώματα στα βουνά, τους ονομαστούς ληστές. Tον Iούνη του 1835, στο χωριό Σκαλί, 70 τέτοιοι ληστές ορκίσθηκαν να επιτεθούν στο Mεσολόγγι. Έφτασαν, όμως, μόνο μέχρι τα τείχη της πόλης και, στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκε ο Bαυαρός λοχαγός Kράους. Άλλοι ένοπλοι κατέλαβαν τις Θερμοπύλες και λήστευαν τους διερχόμενους πλούσιους. Eπίσης, στα χωριά Γιαννιτσού και Aσβέστης 250 ληστές νίκησαν σε μάχη στρατιωτικό σώμα. Aλλά η εξέγερση είχε ξεκινήσει, στην πραγματικότητα, πολύ νωρίτερα.
Στις 3 Φλεβάρη 1835 ο Δήμος Tσέλιος, με 100 ενόπλους, κατέλαβε τα χωριά Aστακός και Mύτικας, όπου κατέλυσε τις τοπικές αρχές. Kατόπιν κατευθύνθηκε στο χωριό Δραγαμέσιο, αλλά απέτυχε να επαναλάβει τα όσα έκανε πριν. Στο Aγιοβίτσι, όμως, συναντήθηκε με τους N. Zέρβα και Γ. Mαλάμο και στις 6 Φλεβάρη ξεκίνησαν να επιτεθούν στο Mεσολόγγι.
Tην επόμενη μέρα, ο Kαινούργιος με τον Π. Tσερπεζή, κατέλαβε το Bοχώρι και το Γαλατά. Στις 9 Φλεβάρη οι Zέρβας, Mαλάμος και Kαινούργιος, με τα ένοπλα σώματά τους, επιτέθηκαν στο Mεσολόγγι. Στη μάχη, όμως, με τη στρατιωτική φρουρά ηττήθησαν. Στο μεταξύ, στις 6 Φλεβάρη, ο Γ. Πεσλής είχε ξεσηκώσει τα χωριά Σοβολάκο και Άγιο Bλάσσιο, όπου οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν στον τοπικό στρατώνα της χωροφυλακής, καλώντας αμέσως το λαό σε εξέγερση. Στις 11 Φλεβάρη ο Zέρβας κατέλαβε το χωριό Γουριά και σχεδίαζε να επιτεθεί στο Aιτωλικό.
Στις 17 Φλεβάρη ο ίδιος συναντήθηκε έξω από το Aγρίνιο, με τους Πεσλή, Στράτο, Σουβλή και 150 οπλοφόρους και, δύο μέρες αργότερα, κατέλαβαν το Aγρίνιο, χωρίς αντίσταση, πήραν τα αρχεία της πόλης και άλλα κρατικά έγγραφα, τα έκαψαν δημόσια και συνέλαβαν το βασιλικό έφορο. Έπειτα χωρίσθηκαν σε δύο τμήματα. Tο ένα πήγε προς την Kουρήτιδα και το άλλο προς το Bοχώρι, σχεδιάζοντας να επιτεθούν στο Mεσολόγγι από δύο πλευρές ταυτόχρονα. Πράγμα, που, όμως, δεν έγινε. Tις επόμενες μέρες οι Στράτος, Zέρβας, Mαλάμος, Mπαϊρακτάρης και 200 ένοπλοι στρατοπέδευσαν έξω από το Kαρπενήσι, στα χωριά Kορυσχάδες και Γοριανάδες, χωρίς, τελικά, να επιτεθούν στην πόλη.
Στο μεταξύ, ο Tσέλιος, με 100 ενόπλους, είχε καταλάβει τη Bόνιτσα και κατέλυσε τις τοπικές αρχές. Στις 16 Φλεβάρη, ο Όθωνας τρομαγμένος από την ένταση της εξέγερσης, κάλεσε το λαό της Στερεάς να πάρει τα όπλα κατά των εξεγερμένων. Tαυτόχρονα, έστειλε αρκετό στρατό στην περιοχή και στις 5 Mάρτη, κατά την πρώτη μάχη, οι εξεγερμένοι ηττήθησαν.Tην άλλη μέρα ήρθε μια ακόμα ήττα για τους εξεγερμένους, στην προσπάθειά τους να καταλάβουν το Aιτωλικό. Στις 9 Mάρτη, ο Στράτος, με το ένοπλο σώμα του, αφού πέρασε από διάφορα χωριά, κατέλαβε το Mικρό Xωριό, όπου πυρπολήθηκε το σπίτι του τοπικού ειρηνοδίκη, αλλά στη μάχη που ακολούθησε ηττήθηκε και παραδόθηκε στο στρατό. Άλλο ένοπλο σώμα με επικεφαλείς τους Xοσάδα, Kαλαμάτα και Pουπακιά, επιτέθηκε στο Kαρπενήσι, αλλά ηττήθηκε και αυτό. Oι εξεγερμένοι υποχώρησαν, ενώ, σε νέα μάχη, ηττήθησαν και πάλι και διασκορπίσθηκαν.
Στις 24 και 25 Mάρτη, στο χωριό Σαρδίνινα, σημειώθηκε μια ακόμα ήττα των εξεγερμένων, αλλά η τύχη της εξέγερσης κρίθηκε οριστικά στις 11 Aπρίλη, όταν ο στρατός, με επικεφαλείς τους Γρίβα, Mαμούρη (πρώην ληστή που είχε περάσει στην υπηρεσία του κράτους) και Tζαβέλλα, επιτέθηκαν στις βάσεις των εξεγερμένων, στα χωριά Pέθα και Λιαποχώρι και στις 13 Aπρίλη στο χωριό Θεριακοί και τα κατέλαβε. Σύντομα, όμως, παρά την ήττα, οι εξεγερμένοι οργάνωσαν νέες ένοπλες ομάδες και μία απ’ αυτές, με επικεφαλείς τους αδελφούς Xοντρογιάννη, πέρασε στο Aίγιο, όπου επιτέθηκε και πυρπόλησε το σπίτι του τοπικού προύχοντα Λ. Mεσσηνέζη, όπου φιλοξενούνταν τότε ο Pώσος πρίγκιπας Πύκλερ Mοσκάου, ο οποίος ήταν στόχος σχεδίου απαγωγής. Tο σχέδιο, όμως, απέτυχε και οι αδελφοί Xοντρογιάννη συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν στο Nαύπλιο, απ’ όπου, όμως, δραπέτευσαν και άρχισαν πάλι τις επιθέσεις τους ενάντια στους πλούσιους.Tελικά όμως, τον Oκτώβρη του 1836, συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν στη λαιμητόμο.

jul_kolaz05.jpg 

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: ψυχοσωματικό αντανακλαστικό που μετουσιώνεται σε ιδεολόγημα απηχώντας το έλλειμμα απάντησης στο γιατί της ύπαρξης και στο ναι του θανάτου.
ΘΑΝΑΤΟΣ: αχαρτογράφητος, αποτρόπαιος, αποφλοιώνει το κορμί απ’ το πετσί , την ομορφιά, τον πόνο, τη χαρά, την πίκρα. Ρουφά τα κόκαλα, το ασβέστιο, το αίμα, τα μαύρα σωθικά. Τον κουβαλούμε μέσα μας όπως η μάνα κυοφορεί το έμβρυο, είν’ το παράλογο της ύπαρξης η άρνησή της, καταργεί το όν άρα τη λογική του
Ενσωματώνει την ύπαρξη στο τίποτα. Είναι προϊόν έρωτος.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ: Είναι η πορνογραφία της θρησκείας.       

ΣΩΠΑ!

Δεκέμβριος 30, 2007

elsken_paris_1950_1180874791.jpg

 

ΣΩΠΑ!

 [το παρακάτω ποίημα του Τούρκου ποιητή Ασίζ Νεσίν είναι αφιερωμένο στους νεοέλληνες ]

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα»

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε «Σώπα».

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές «έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!….

Μανιφέστο του Ντανταισμού

Δεκέμβριος 25, 2007

06-02-05_1283723_71.jpg 
Μανιφέστο του Ντανταϊσμού
28 Ιουλίου 1916
Απαγγελία στο Καμπαρέ Βολταίρ, στη Ζυρίχη.

 

Χούγκο Μπαλ

Το Νταντά είναι μία νέα καλλιτεχνική τάση, το γνωρίζουμε καλά, καθώς μέχρι σήμερα κανείς δε γνώριζε κάτι για αυτό και αύριο όλη η Ζυρίχη θα μιλά για αυτό. To όνομα Νταντά προέρχεται από το λεξικό. Είναι τρομερά απλό. Στα γαλλικά σημαίνει ξύλινο αλογάκι. Στα γερμανικά σημαίνει «αντίο», «φύγε από πάνω μου», «θα ιδωθούμε κάποια στιγμή». Στα ρουμανικά: «Ναι, πράγματι, έχεις δίκιο, αυτό είναι. Μα φυσικά ναι, απολύτως, σωστά». Και ούτω καθεξής. Είναι μία λέξη διεθνής. Μόνο μία λέξη και αυτή η λέξη ένα κίνημα.

Πολύ εύκολα κατανοητό. Από τη στιγμή που την κάνουμε μία καλλιτεχνική τάση, αυτό συνεπάγεται την επιθυμία καταστολής των περιπλοκών. Ψυχολογία Νταντά. Γερμανικό Νταντά μαζί με δυσπεψία και κράμπες αιθαλομίχλες, λογοτεχνία Νταντά, αριστοκρατία Νταντά και εσείς, πολυτιμημένοι ποιητές, εσείς που πάντα φτιάχνατε ποίηση με λέξεις που ποτέ δεν ήταν οι ίδιες οι λέξεις, εσείς που τριγυρίζατε γύρω από ένα απλό σημείο. Νταντά Παγκόσμιος πόλεμος και κανένα τέλος, επανάσταση Νταντά και κανένα ξεκίνημα. Νταντά, φίλοι και αυτοαποκαλούμενοι ποιητές, αξιότιμοι κατασκευαστές και ευαγγελιστές. Νταντά Τζαρά, Νταντά Χύλζενμπεκ, Νταντά μ’ ντα ντα, Νταντά μ’ ντα ντα, Ντανά μνμ, νταντά, ντερά, νταντά, Νταντά Χυλ, Νταντά Τζα.

Πώς αποκτάται η μακαριότητα; Λέγοντας Νταντά. Πώς γινόμαστε διάσημοι; Λέγοντας Νταντά. Με μία ευγενική χειρονομία και λεπτεπίλεπτους τρόπους. Μέχρι την τρέλα. Μέχρι την εξαφάνιση. Πώς τελειώνουμε με ό,τι είναι δημοσιογραφίστικο, ερπόμενο, ό,τι είναι ευγενικό και σωστό, που κατατρώγεται από το σκουλήκι της ηθικής, εξευρωπαϊσμένο, ενοχλημένο; Λέγοντας Νταντά. Νταντά είναι η ψυχή του κόσμου. Νταντά είναι το επιδέξιο μέσο. Νταντά είναι το καλύτερο σαπούνι από το γάλα των κρίνων. Νταντά Κύριε Ρουμπινέρ, Νταντά Κύριε Κοροντί, Νταντά Κύριε Αναστάσιε Λίλιενσταϊν. Αυτό θα πεί στα γερμανικά: η φιλοξενία της Ελβετίας εκτιμάται απεριόριστα. Και στα ζητήματα αισθητικής, αυτό που μετρά είναι η ποιότητα. Θα διαβάσω στίχους που δεν έχουν άλλο στόχο εκτός από το να εγκαταλειφθεί η συμβατική γλώσσα, να κατεδαφιστεί. Νταντά Γιόχαν Αλεπουγκάνγκ Γκαίτε[1] , Νταντά Σταντάλ, Νταντά Δαλάι Λάμα, Βούδδας, Βίβλος και Νίτσε. Νταντά μ’ νταντά. Νταντά μνμ νταντά ντα. Αυτό που εισάγει είναι οι συνδέσεις, που πρέπει καταρχήν να χαλαρώσουν.

Δεν επιθυμώ λέξεις που έχουν ανακαλυφθεί από κάποιον άλλο. Όλες οι λέξεις έχουν ανακαλυφθεί από άλλους. Αναζητώ τις δικές μου ανοησίες, τον δικό μου ρυθμό και φωνήεντα και σύμφωνα που ταιριάζουν με αυτόν, που θα είναι δικά μου. Αν μία δόνηση έχει μήκος επτά γιάρδες, θέλω λέξεις που έχουν μήκος επτά γιάρδες. Οι λέξεις του Κυρίου Τάδε είναι μόλις δέκα εκατοστά και μισό. Βλέπουμε λοιπόν πολύ καλά πώς παράγεται η αρθρωμένη γλώσσα. Αφήνω στον αέρα τα φωνήεντα, αφήνω απλά να πέσουν οι ήχοι, περίπου όπως το νιαούρισμα της γάτας… Γεννιούνται λέξεις, ώμοι λέξεων, πόδια, μπράτσα, χέρια λέξεων. ΑΟΥ. ΟΙ. ΟΥ. Δεν θα πρέπει να αφήνονται πολλές λέξεις. Ο στίχος είναι μία ευκαιρία να καταστραφεί όλη η βρωμιά. Θέλω να καταρρεύσει η γλώσσα η ίδια, αυτή η ιερή γλώσσα, η βρωμερή όσο και τα νομίσματα των εμπόρων. Θέλω τη λέξη εκεί που τελειώνει και εκεί που αρχίζει. Νταντά είναι η καρδιά των λέξεων. Κάθετί έχει τη λέξη του, αλλά η λέξη έχει αποκτήσει οντότητα από μόνη της. Γιατί να μην τη βρώ; Γιατί το δέντρο να μην μπορεί να ονομαστεί βροχόδεντρο όταν έχει βρέξει; Η λέξη, η λέξη, η λέξη έξω από τη σφαίρα σας, από την δηλητηριώδη αύρα σας, από αυτή την γελοία ανικανότητα, από την εντυπωσιακή αυτοικανοποίησή σας. Μακριά από όλη αυτή την επαναλβανόμενη ανοησία, την προφανή ηλιθιότητά σας.

Η λέξη, κύριοι, η λέξη είναι μία δημόσια υπόθεση πρώτης προτεραιότητας.