Ξεχειλίστε!

Σεπτεμβρίου 6, 2009

italy20couple1933

Το συναίσθημα διαθέτει μιαν ακατανόητη δύναμη. Δεν είναι άχρωμο, ηθικό, κομφορμιστικό. Η διαπλοκή του με το παχύ δέρμα της ύπαρξης το καθιστά ευάλωτο. Κάποια στιγμή η ισχύς του συναισθήματος έρχεται σε σύγκρουση με τον πένθιμο ορθολογισμό της εγκράτειας.

Από τη μια ο ανεξιχνίαστος εαυτός που κατασπαταλά αλόγιστα το χρόνο του, τις δυνάμεις του κι απ’ την άλλη ο δασκαλάκος που τον υπονομεύει, ο υπάλληλος που τον νουθετεί παροπλίζοντας τις φυσικές του ανάγκες, ο δεσμοφύλακας των επιθυμιών που τον κεντά με τη βουκέντρα του σε κάθε απόπειρα απόκλισης. Ο μικροαστισμός γίνεται ο υποβολέας της συμπεριφοράς μας στο θέατρο της ζωής. Για όποιον τον αγνοήσει πάνω στο σανίδι η αυλαία λειτουργεί ως κοφτερή λαιμητόμος.

Μοιράστε το χρόνο σας. Μην ξοδεύετε τα αισθήματά σας. Λογαριάστε με το αριθμήτηριο της λογικής το βίο σας. Από τη μια ο ερωτευμένος που σκορπίζει χαρμόσυνα τον έρωτά του, που ξοδεύει τα αισθήματά του χωρίς επιφυλάξεις και δίχως έγνοια ανταμοιβής κι απ’ την άλλη ο φειδωλός αστός  που τσιγκουνεύεται τα αισθήματά του, την ευτυχία του. Από τη μία η αστική οικονομία του κορεσμού από την άλλη η διεστραμμένη οικονομία του σκορπίσματος. Της άγριας παραφοράς, της διασπάθισης κάθε συμφέροντος.

Γράφω σημαίνει έχω συνείδηση της αχρηστίας μου και της φθαρτότητάς μου. Ερωτοτροπώ σημαίνει βγαίνω απ’ το χρόνο, τον καταργώ άρα δε διαχειρίζομαι την οικονομία του με αγοραίους όρους δεν πανικοβάλλομαι απ’ την ασυνέχεια του δεν τον μετράω με αριθμούς αλλά με συνουσίες, δεν τον σκορπάω γιατί είναι ήδη σκόρπιος.

Ωστόσο ο ερωτικός λόγος, η στέρνα του ποιητικού γίγνεσθαι δεν είναι απαλλαγμένη απ’ τα μικροσυμφέροντα και τους υπολογισμούς. Μερικές φορές σταθμίζω, μετρώ είτε για να πάρω μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, είτε για να αντλήσω ηδονή, είτε για να παραστήσω τον άλλο μπροστά στο δικό μου καθρέφτη. Διαθέτω συνεχώς ένα θησαυρό από μηχανορραφίες που σπαταλώ για το χατίρι του άλλου μη προσδοκώντας τίποτα. Όμως όλα αυτά δεν είναι παρά εξάψεις. Όταν γινόμαστε όργανα του έρωτα, όταν γινόμαστε δημιουργοί κανένα δίκαιο δε μας καταβάλει, κανένας κανόνας δε μας φοβερίζει με τα δεσμά του. Τελικό κέρδος δεν υπάρχει. Η δαπάνη είναι ανοιχτή, επ’ άπειρον, η δύναμη παρεκκλίνει.

Ο ερωτευμένος δεν είναι άγγελος με φωτοστέφανο κι ο ποιητής δεν είναι ο έσχατος λυρικός. Ο κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του τα δύο στοιχεία. Τη ζωογόνο λαχτάρα του κορμιού και την εκλογίκευση των αισθημάτων. Έρχεται τότε το μελάνι να γρασάρει τον  μέσο όρο, να σπείρει σα τον Οδυσσέα αλάτι στο χωράφι του παρασταίνοντας τον τρελό μπροστά στο κακό που έρχεται, μπροστά στη βία της καθημερινότητας που ελλοχεύει, γνωρίζοντας βαθιά πως θα θερίσει θύελλες στο μέλλον, τοιμάζοντας το κουφάρι του για το λιβάδι της αιωνιότητας να το βοσκήσουν διψασμένες σφήκες.

Ο δημιουργός έχει βαθύτατη συνείδηση του θανάτου. Όλα όσα είδε τα είδε επι ματαίω. Πενθεί κάθε στιγμή με την αλλόφρονα χαρά του. Πενθεί ότι αισθάνθηκε, τις σύντομες στιγμές, το αγαπημένο πλάσμα, τις ονειρικές μορφές με τα ποικίλα τους ονόματα. Κι αυτό το πένθος δεν είναι μια αισχρή σκέψη για το θαύμα της ζωής μα ένα φυτίλι έτοιμο να πυροδοτήσει το δυναμίτη της αλλαγής.

Το ερωτικό ξόδεμα παράγει περίσσεια. Η περίσσεια ισοδυναμεί με το κάλλος. Να μια εξίσωση που δε διδάσκεται στα σχολεία και στη διοίκηση των επιχειρήσεων μα στα κρεβάτια και τους αγρούς. Ξεχειλίστε! Να ένα σύνθημα που δε γράφεται στους τοίχους  μα το ψιθυρίζει ο καθείς στον επιθανάτιο ρόγχο του όταν μαζεύει τα συμπράγκαλα του για τον Άδη και βλέπει εκεί στο τελευταίο του δευτερόλεπτο το τελευταίο φως. Γνωρίζοντας τώρα πια πως όλη του η περιουσία ήταν το ξόδεμα και πως μονάχα αυτή μπορεί να κουβαλήσει ο περατάρης με τη βάρκα του.

Ναι! η ερωτική περίσσεια είναι η περίσσεια της χαράς ενός παιδιού απ’ το άχρηστο παιχνίδι του, απ’ το άσκοπο κρυφτό του, το βάναυσο κυνηγητό. Ναι, αυτή η περίσσεια μπορεί να τέμνεται από θλίψη, πόνο, μοναξιά γιατί ο έρωτας δεν είναι μέσος όρος καταστάσεων. Με την ανισορροπία του αποτελεί μέρος αυτής της σκοτεινής συνωμοσίας της ύπαρξης, αυτής της αρμονίας  που μας σφραγίζει με τον παραλογισμό της.

Βαθύς και μαγεμένος

Σεπτεμβρίου 6, 2009

CartierBresson6

Ζούμε μέσα στη στοργική θαλπωρή ενός βλέμματος. Όταν οι συνουσίες πιάνουν την άκρη τους, έρχεται στα σπλάχνα η μυρουδιά της μήτρας.  Είμαστε γητεμένοι μέσα στον ύπνο χωρίς να κοιμόμαστε. Κλώθουμε ιστορίες. Κεντάμε φωνές και χάδια.
Είμαστε πιασμένοι στα δίχτυα μιας κυτταρικής εμμονής που έρχεται πάντα με την παιδική μνήμη  της ηδονής. Το νήπιο όραμα μιας ευτυχίας. Τη στοργική θαλπωρή μιας αγκαλιάς. Οι νόμοι, τα μελλούμενα και τα παρελθόντα, οι φοβερές απαγορεύσεις  μιας μεταφυσικής κοσμολογίας αναιρούνται. Ο χρόνος αναστέλλεται κι όλες οι επιθυμίες καταργούνται γιατί φαίνεται πως έχουν οριστικά εκπληρωθεί.

Ωστόσο μέσα στο ποιητικό άπειρο ξεφυτρώνει το γενετήσιο όπιο. Η κόκκινη ψυχή καψαλισμένη απ’ τον ήλιο της ζωής. Ματωμένη απ’ την επέλαση τόσων αναμνήσεων. Ξεσχισμένη απ’ το διάχυτο εναγκαλισμό τόσων βλεμμάτων. Κι έτσι η λογική του πόθου μπαίνει σε κίνηση. Ο πόθος κατοχής επιστρέφει. Γίνομαι ένα βρέφος εν στύσει. Η πλήρης αθωότητα με τη ρομφαία της. Ο νεαρότατος έρως που πάλετε μεταξύ μητρότητας και αφροδισίας.

Νιώθω πλήρης. Όλες μου οι επιθυμίες καταργούνται μέσα απ’ την πληθωρική τους ικανοποίηση. Μέσα απ’ όλους τους μαιάνδρους του ερωτισμού, απ’ τις παρδαλές αντιφάσεις του ενστίκτου.

Μέσα απ’ τον οργασμικό μου λειμώνα λοιπόν γυρεύω πεισματικά να ξαναβρώ την πρωταρχική εικόνα το ερωτικό μηδέν που εξαγόρασε το βίο μου

mad069.jpg

Πριν ξεσπάσει η εξέγερση αυτή διαδραματίσθηκαν μια σειρά επαναστατικά γεγονότα:
H στάση των κατοίκων ορισμένων ορεινών χωριών του Mεσολογγίου, που αρνήθηκαν να καταμετρηθούν από τους κρατικούς υπαλλήλους τα κοπάδια τους και η εκδίωξη των δεύτερων.
H στάση των κατοίκων του χωριού Στρέζοβα, που επιτέθηκαν, με όπλα και πέτρες, ενάντια στους υπαλλήλους, ενώ τραυμάτισαν και δύο στρατιώτες.
H στάση των κατοίκων των χωριών Kαρκιανά και Kαλύβια ενάντια στους κρατικούς υπαλλήλους, από τους οποίους αφαίρεσαν και 3.000 δραχμές.
Aλλά η κυριότερη αφορμή για την εξέγερση ήταν ο νόμος για την προικοδότηση, σύμφωνα με τον οποίο, κάθε αγωνιστής του 1821 είχε το δικαίωμα να αποκτήσει ένα κομμάτι γης, ως ατομική ιδιοκτησία, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του. O νόμος, εξάλλου, έδινε τις προϋποθέσεις της δημιουργίας ενός κράτους αποτελούμενου από μικρούς και ανεξάρτητους ιδιοκτήτες, κάτι που θα ενδυνάμωνε την ισχύ της βασιλείας απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους.
Aλλά επειδή το σχέδιο νόμου προέβλεπε τη δωρεάν παραχώρηση στο κράτος της γης των αγροτών, οι αγρότες και οι κάτοικοι των χωριών ξεσηκώθηκαν.
Στην υπόθεση αυτή όμως έπαιξαν ρόλο και κάποιες μικροπαραταξιακές επιδιώξεις κάποιων, αλλά αυτό που έχει σημασία και που πρέπει να αναδειχθεί εδώ είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας της εξέγερσης. H εθνοφυλακή, η οποία είχε, στο μεταξύ, συγκροτηθεί από τον Άρμανσμπεργκ, ταυτόχρονα με το στρατό, λυμαινόταν την ύπαιθρο.
Έτσι, διάφορες ομάδες δυσαρεστημένων από τη βαυαροκρατία, τους νόμους και την εξουσία, μετεξελίχθηκαν σε ένοπλες ομάδες, δημιουργώντας αντάρτικα σώματα στα βουνά, τους ονομαστούς ληστές. Tον Iούνη του 1835, στο χωριό Σκαλί, 70 τέτοιοι ληστές ορκίσθηκαν να επιτεθούν στο Mεσολόγγι. Έφτασαν, όμως, μόνο μέχρι τα τείχη της πόλης και, στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκε ο Bαυαρός λοχαγός Kράους. Άλλοι ένοπλοι κατέλαβαν τις Θερμοπύλες και λήστευαν τους διερχόμενους πλούσιους. Eπίσης, στα χωριά Γιαννιτσού και Aσβέστης 250 ληστές νίκησαν σε μάχη στρατιωτικό σώμα. Aλλά η εξέγερση είχε ξεκινήσει, στην πραγματικότητα, πολύ νωρίτερα.
Στις 3 Φλεβάρη 1835 ο Δήμος Tσέλιος, με 100 ενόπλους, κατέλαβε τα χωριά Aστακός και Mύτικας, όπου κατέλυσε τις τοπικές αρχές. Kατόπιν κατευθύνθηκε στο χωριό Δραγαμέσιο, αλλά απέτυχε να επαναλάβει τα όσα έκανε πριν. Στο Aγιοβίτσι, όμως, συναντήθηκε με τους N. Zέρβα και Γ. Mαλάμο και στις 6 Φλεβάρη ξεκίνησαν να επιτεθούν στο Mεσολόγγι.
Tην επόμενη μέρα, ο Kαινούργιος με τον Π. Tσερπεζή, κατέλαβε το Bοχώρι και το Γαλατά. Στις 9 Φλεβάρη οι Zέρβας, Mαλάμος και Kαινούργιος, με τα ένοπλα σώματά τους, επιτέθηκαν στο Mεσολόγγι. Στη μάχη, όμως, με τη στρατιωτική φρουρά ηττήθησαν. Στο μεταξύ, στις 6 Φλεβάρη, ο Γ. Πεσλής είχε ξεσηκώσει τα χωριά Σοβολάκο και Άγιο Bλάσσιο, όπου οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν στον τοπικό στρατώνα της χωροφυλακής, καλώντας αμέσως το λαό σε εξέγερση. Στις 11 Φλεβάρη ο Zέρβας κατέλαβε το χωριό Γουριά και σχεδίαζε να επιτεθεί στο Aιτωλικό.
Στις 17 Φλεβάρη ο ίδιος συναντήθηκε έξω από το Aγρίνιο, με τους Πεσλή, Στράτο, Σουβλή και 150 οπλοφόρους και, δύο μέρες αργότερα, κατέλαβαν το Aγρίνιο, χωρίς αντίσταση, πήραν τα αρχεία της πόλης και άλλα κρατικά έγγραφα, τα έκαψαν δημόσια και συνέλαβαν το βασιλικό έφορο. Έπειτα χωρίσθηκαν σε δύο τμήματα. Tο ένα πήγε προς την Kουρήτιδα και το άλλο προς το Bοχώρι, σχεδιάζοντας να επιτεθούν στο Mεσολόγγι από δύο πλευρές ταυτόχρονα. Πράγμα, που, όμως, δεν έγινε. Tις επόμενες μέρες οι Στράτος, Zέρβας, Mαλάμος, Mπαϊρακτάρης και 200 ένοπλοι στρατοπέδευσαν έξω από το Kαρπενήσι, στα χωριά Kορυσχάδες και Γοριανάδες, χωρίς, τελικά, να επιτεθούν στην πόλη.
Στο μεταξύ, ο Tσέλιος, με 100 ενόπλους, είχε καταλάβει τη Bόνιτσα και κατέλυσε τις τοπικές αρχές. Στις 16 Φλεβάρη, ο Όθωνας τρομαγμένος από την ένταση της εξέγερσης, κάλεσε το λαό της Στερεάς να πάρει τα όπλα κατά των εξεγερμένων. Tαυτόχρονα, έστειλε αρκετό στρατό στην περιοχή και στις 5 Mάρτη, κατά την πρώτη μάχη, οι εξεγερμένοι ηττήθησαν.Tην άλλη μέρα ήρθε μια ακόμα ήττα για τους εξεγερμένους, στην προσπάθειά τους να καταλάβουν το Aιτωλικό. Στις 9 Mάρτη, ο Στράτος, με το ένοπλο σώμα του, αφού πέρασε από διάφορα χωριά, κατέλαβε το Mικρό Xωριό, όπου πυρπολήθηκε το σπίτι του τοπικού ειρηνοδίκη, αλλά στη μάχη που ακολούθησε ηττήθηκε και παραδόθηκε στο στρατό. Άλλο ένοπλο σώμα με επικεφαλείς τους Xοσάδα, Kαλαμάτα και Pουπακιά, επιτέθηκε στο Kαρπενήσι, αλλά ηττήθηκε και αυτό. Oι εξεγερμένοι υποχώρησαν, ενώ, σε νέα μάχη, ηττήθησαν και πάλι και διασκορπίσθηκαν.
Στις 24 και 25 Mάρτη, στο χωριό Σαρδίνινα, σημειώθηκε μια ακόμα ήττα των εξεγερμένων, αλλά η τύχη της εξέγερσης κρίθηκε οριστικά στις 11 Aπρίλη, όταν ο στρατός, με επικεφαλείς τους Γρίβα, Mαμούρη (πρώην ληστή που είχε περάσει στην υπηρεσία του κράτους) και Tζαβέλλα, επιτέθηκαν στις βάσεις των εξεγερμένων, στα χωριά Pέθα και Λιαποχώρι και στις 13 Aπρίλη στο χωριό Θεριακοί και τα κατέλαβε. Σύντομα, όμως, παρά την ήττα, οι εξεγερμένοι οργάνωσαν νέες ένοπλες ομάδες και μία απ’ αυτές, με επικεφαλείς τους αδελφούς Xοντρογιάννη, πέρασε στο Aίγιο, όπου επιτέθηκε και πυρπόλησε το σπίτι του τοπικού προύχοντα Λ. Mεσσηνέζη, όπου φιλοξενούνταν τότε ο Pώσος πρίγκιπας Πύκλερ Mοσκάου, ο οποίος ήταν στόχος σχεδίου απαγωγής. Tο σχέδιο, όμως, απέτυχε και οι αδελφοί Xοντρογιάννη συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν στο Nαύπλιο, απ’ όπου, όμως, δραπέτευσαν και άρχισαν πάλι τις επιθέσεις τους ενάντια στους πλούσιους.Tελικά όμως, τον Oκτώβρη του 1836, συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν στη λαιμητόμο.

jul_kolaz05.jpg 

ΘΡΗΣΚΕΙΑ: ψυχοσωματικό αντανακλαστικό που μετουσιώνεται σε ιδεολόγημα απηχώντας το έλλειμμα απάντησης στο γιατί της ύπαρξης και στο ναι του θανάτου.
ΘΑΝΑΤΟΣ: αχαρτογράφητος, αποτρόπαιος, αποφλοιώνει το κορμί απ’ το πετσί , την ομορφιά, τον πόνο, τη χαρά, την πίκρα. Ρουφά τα κόκαλα, το ασβέστιο, το αίμα, τα μαύρα σωθικά. Τον κουβαλούμε μέσα μας όπως η μάνα κυοφορεί το έμβρυο, είν’ το παράλογο της ύπαρξης η άρνησή της, καταργεί το όν άρα τη λογική του
Ενσωματώνει την ύπαρξη στο τίποτα. Είναι προϊόν έρωτος.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ: Είναι η πορνογραφία της θρησκείας.       

ΣΩΠΑ!

Δεκεμβρίου 30, 2007

elsken_paris_1950_1180874791.jpg

 

ΣΩΠΑ!

 [το παρακάτω ποίημα του Τούρκου ποιητή Ασίζ Νεσίν είναι αφιερωμένο στους νεοέλληνες ]

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
“σώπα”.

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :”εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!”

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
“κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!”

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
“Τι σε νοιάζει εσένα;”, μου λέγανε,
“θα βρεις το μπελά σου, σώπα”.

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
“Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα”

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε “Σώπα”.

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
“Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα”
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του “Σώπα”.
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το “Σώπα”.

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές “έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς”
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!….

06-02-05_1283723_71.jpg 
Μανιφέστο του Ντανταϊσμού
28 Ιουλίου 1916
Απαγγελία στο Καμπαρέ Βολταίρ, στη Ζυρίχη.

 

Χούγκο Μπαλ

Το Νταντά είναι μία νέα καλλιτεχνική τάση, το γνωρίζουμε καλά, καθώς μέχρι σήμερα κανείς δε γνώριζε κάτι για αυτό και αύριο όλη η Ζυρίχη θα μιλά για αυτό. To όνομα Νταντά προέρχεται από το λεξικό. Είναι τρομερά απλό. Στα γαλλικά σημαίνει ξύλινο αλογάκι. Στα γερμανικά σημαίνει “αντίο”, “φύγε από πάνω μου”, “θα ιδωθούμε κάποια στιγμή”. Στα ρουμανικά: “Ναι, πράγματι, έχεις δίκιο, αυτό είναι. Μα φυσικά ναι, απολύτως, σωστά”. Και ούτω καθεξής. Είναι μία λέξη διεθνής. Μόνο μία λέξη και αυτή η λέξη ένα κίνημα.

Πολύ εύκολα κατανοητό. Από τη στιγμή που την κάνουμε μία καλλιτεχνική τάση, αυτό συνεπάγεται την επιθυμία καταστολής των περιπλοκών. Ψυχολογία Νταντά. Γερμανικό Νταντά μαζί με δυσπεψία και κράμπες αιθαλομίχλες, λογοτεχνία Νταντά, αριστοκρατία Νταντά και εσείς, πολυτιμημένοι ποιητές, εσείς που πάντα φτιάχνατε ποίηση με λέξεις που ποτέ δεν ήταν οι ίδιες οι λέξεις, εσείς που τριγυρίζατε γύρω από ένα απλό σημείο. Νταντά Παγκόσμιος πόλεμος και κανένα τέλος, επανάσταση Νταντά και κανένα ξεκίνημα. Νταντά, φίλοι και αυτοαποκαλούμενοι ποιητές, αξιότιμοι κατασκευαστές και ευαγγελιστές. Νταντά Τζαρά, Νταντά Χύλζενμπεκ, Νταντά μ’ ντα ντα, Νταντά μ’ ντα ντα, Ντανά μνμ, νταντά, ντερά, νταντά, Νταντά Χυλ, Νταντά Τζα.

Πώς αποκτάται η μακαριότητα; Λέγοντας Νταντά. Πώς γινόμαστε διάσημοι; Λέγοντας Νταντά. Με μία ευγενική χειρονομία και λεπτεπίλεπτους τρόπους. Μέχρι την τρέλα. Μέχρι την εξαφάνιση. Πώς τελειώνουμε με ό,τι είναι δημοσιογραφίστικο, ερπόμενο, ό,τι είναι ευγενικό και σωστό, που κατατρώγεται από το σκουλήκι της ηθικής, εξευρωπαϊσμένο, ενοχλημένο; Λέγοντας Νταντά. Νταντά είναι η ψυχή του κόσμου. Νταντά είναι το επιδέξιο μέσο. Νταντά είναι το καλύτερο σαπούνι από το γάλα των κρίνων. Νταντά Κύριε Ρουμπινέρ, Νταντά Κύριε Κοροντί, Νταντά Κύριε Αναστάσιε Λίλιενσταϊν. Αυτό θα πεί στα γερμανικά: η φιλοξενία της Ελβετίας εκτιμάται απεριόριστα. Και στα ζητήματα αισθητικής, αυτό που μετρά είναι η ποιότητα. Θα διαβάσω στίχους που δεν έχουν άλλο στόχο εκτός από το να εγκαταλειφθεί η συμβατική γλώσσα, να κατεδαφιστεί. Νταντά Γιόχαν Αλεπουγκάνγκ Γκαίτε[1] , Νταντά Σταντάλ, Νταντά Δαλάι Λάμα, Βούδδας, Βίβλος και Νίτσε. Νταντά μ’ νταντά. Νταντά μνμ νταντά ντα. Αυτό που εισάγει είναι οι συνδέσεις, που πρέπει καταρχήν να χαλαρώσουν.

Δεν επιθυμώ λέξεις που έχουν ανακαλυφθεί από κάποιον άλλο. Όλες οι λέξεις έχουν ανακαλυφθεί από άλλους. Αναζητώ τις δικές μου ανοησίες, τον δικό μου ρυθμό και φωνήεντα και σύμφωνα που ταιριάζουν με αυτόν, που θα είναι δικά μου. Αν μία δόνηση έχει μήκος επτά γιάρδες, θέλω λέξεις που έχουν μήκος επτά γιάρδες. Οι λέξεις του Κυρίου Τάδε είναι μόλις δέκα εκατοστά και μισό. Βλέπουμε λοιπόν πολύ καλά πώς παράγεται η αρθρωμένη γλώσσα. Αφήνω στον αέρα τα φωνήεντα, αφήνω απλά να πέσουν οι ήχοι, περίπου όπως το νιαούρισμα της γάτας… Γεννιούνται λέξεις, ώμοι λέξεων, πόδια, μπράτσα, χέρια λέξεων. ΑΟΥ. ΟΙ. ΟΥ. Δεν θα πρέπει να αφήνονται πολλές λέξεις. Ο στίχος είναι μία ευκαιρία να καταστραφεί όλη η βρωμιά. Θέλω να καταρρεύσει η γλώσσα η ίδια, αυτή η ιερή γλώσσα, η βρωμερή όσο και τα νομίσματα των εμπόρων. Θέλω τη λέξη εκεί που τελειώνει και εκεί που αρχίζει. Νταντά είναι η καρδιά των λέξεων. Κάθετί έχει τη λέξη του, αλλά η λέξη έχει αποκτήσει οντότητα από μόνη της. Γιατί να μην τη βρώ; Γιατί το δέντρο να μην μπορεί να ονομαστεί βροχόδεντρο όταν έχει βρέξει; Η λέξη, η λέξη, η λέξη έξω από τη σφαίρα σας, από την δηλητηριώδη αύρα σας, από αυτή την γελοία ανικανότητα, από την εντυπωσιακή αυτοικανοποίησή σας. Μακριά από όλη αυτή την επαναλβανόμενη ανοησία, την προφανή ηλιθιότητά σας.

Η λέξη, κύριοι, η λέξη είναι μία δημόσια υπόθεση πρώτης προτεραιότητας.

Διαλεκτικός υλισμός

Δεκεμβρίου 24, 2007

Ό διαλεκτικός υλισμός (ματεριαλισμός) είναι η γενική θεωρία, η κοσμοθεωρία, των μαρξιστικών – λενινιστικών κομμάτων. Ό διαλεκτικός ματεριαλισμός ονομάστηκε έτσι, γιατί ο τρόπος με τον οποίο παρατηρεί τα φαινόμενα της φύσης (η μέθοδος του, δηλαδή, εξέτασης και γνώσης των φαινομένων) είναι διαλεκτικός, και η αντίληψη, η εξήγηση που δίνει στα φαινόμενα της φύσης, η θεωρία του είναι ματεριαλιστική.

Ό ιστορικός υλισμός προεκτείνει τις αρχές του διαλεκτικού ματεριαλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής. Εφαρμόζει τις αρχές αυτές στα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της κοινωνίας, στη μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας.

Εξηγώντας τη διαλεκτική τους μέθοδο, ο Μαρξ και ο Εγκελς αναφέρονται συχνά στον Χέγκελ, σαν τον φιλόσοφο που διατύπωσε τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της διαλεκτικής. Αυτό, ωστόσο δε σημαίνει πως η διαλεκτική του Μαρξ και του Εγκελς είναι η ίδια με τη χεγκελιανή διαλεκτική. Γιατί ο Μαρξ κι’ ο Εγκελς δανείστηκαν απ’ τη διαλεκτική του Χέγκελ μόνο τον «λογικό πυρήνα» της, πετώντας το ιδεαλιστικό της φλούδι. Ό Μαρξ κι’ ο “Εγκελς ανάπτυξαν τη διαλεκτική δίνοντας της ένα καινούργιο επιστημονικό χαρακτήρα.

marxbild.gif

Ή διαλεκτική μου μέθοδος, λέει ο Μαρξ, όχι μόνο διαφέρει βασικά από τη χεγκελιανή μέθοδο, αλλά, στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς το αντίθετο.  Για τον Χέγκελ, η κίνηση της σκέψης, που την προσωποποιεί με το όνομα της Ιδέας, είναι ο δημιουργός της πραγματικότητας, κι’ η πραγματικότητα δεν είναι παρά η φαινομενική μορφή της   Ιδέας. Για  μένα, αντίθετα, η κίνηση της σκέψης δεν είναι παρά η αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης, που  μεταφέρεται και μεταθέτεται στο μυαλό  του άνθρωπου. (K. Marx: le Capital, Livre premier, Paris1938.)

Εξηγώντας και καθορίζοντας τον υλισμό τους, o Μαρξ κι’ ο Εγκελς αναφέρονται συχνά στον Φόϋερμπαχ (Feuerbach), σαν στον φιλόσοφο που αποκατάστησε τα δίκαια του υλισμού. Αυτό, ωστόσο, δεν πάει να πει πως ο ματεριαλισμός του Μαρξ και του Εγκελς είναι ταυτόσημος, είναι ο ίδιος, με τον ματεριαλισμό του Φόϋερμπαχ. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ κι’ ο Εγκελς δεν πήρα από τον υλισμό του Φόϋερμπαχ παρά μόνο τον «κεντρικό πυρήνα» του και τον αναπτύξανε σε μια  επιστημονική φιλοσοφική θεωρία του υλισμού, απορρίπτοντας τις ιδεαλιστικές του θέσεις σχετικά με το ιδεολογικό μέρος, την  ηθική και τη θρησκεία. Είναι γνωστό πως, παρ’ όλο που ο Φόϋερμπαχ ήταν υλιστής, στο βάθος στάθηκε πάντα ενάντιος στον χαρακτηρισμό του ματεριαλισμού. Πολλές φορές, ο Εγκελς είπε πως ο Φόϋερμπαχ «έμεινε αιχμάλωτος στα πεδίκλια της ιδεαλιστικής παράδοσης, αντίθετα με τη βάση του» (τη ματεριαλιστική), κι’ ακόμα, πως «ο πραγματικός ιδεαλισμός του Φοϋερμπαχ» φαίνεται «μόλις φτάνουμε στη φιλοσοφία του της θρησκείας και στην ηθική του» (Fr Engels: Ludwig Feuerbach et la fin de la philosophie classique allemande, Paris1935)

Ή λέξη διαλεκτική βγαίνει από το αρχαίο ελληνικό «διαλέγομαι», που πάει να πει μιλάω, συνομιλώ, λογομαχώ για επιστημονικά πράματα. Στην αρχαιότητα, με τη λέξη «διαλεκτική» υπονοούσαν την τέχνη που μεταχειρίζονταν κανείς, μιλώντας, για να φτάσει στην Αλήθεια, ξεσκεπάζοντας και ξεπερνώντας τις αντιθέσεις, που έχουνε μέσα τους οι συλλογισμοί του αντίπαλου. Ορισμένοι φιλόσοφοι τής Αρχαιότητας φρονούσαν ότι η εύρεση των Αντιθέσεων, που βρίσκονται μέσα στη σκέψη και η σύγκρουση ανάμεσα στις αντίθετες γνώμες ήταν το καλύτερο μέσο για την ανακάλυψη της αλήθειας. Προεκτείνοντας τον διαλεκτικό αυτό τρόπο της σκέψης στη μελέτη των φαινόμενων της φύσης έχουμε τη διαλεκτική μέθοδο για τη γνώση της φύσης. Σύμφωνα μ’ αυτή τη μέθοδο, τα φαινόμενα της φύσης βρίσκονται σε αιώνια κίνηση και σε αιώνια αλλαγή και η εξέλιξη της φύσης είναι το αποτέλεσμα της εξέλιξης των αντιθέσεων της φύσης, το αποτέλεσμα της αμοιβαίας ενέργειας των αντίθετων δυνάμεων της φύσης.

Απ’ την ίδια της την ουσία, η διαλεκτική είναι ολότελα το αντίθετο από τη μεταφυσική.

1ο) Ή μαρξιστική διαλεκτική    μέθοδος έχει για χαρακτηριστικά της τα παρακάτω ουσιώδη σημεία, Α,  Β, Γ, Δ.

Α) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί τη φύση όχι σαν μια τυχαία συσσώρευση αντικειμένων, φαινομένων που είναι χωρισμένα αναμεταξύ τους, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και απομονωμένα, άλλα σαν ένα σύνολο ενωμένο, με συνάφεια. Με άλλα λόγια, ένα σύνολο όπου τα αντικείμενα και τα φαινόμενα είναι οργανικά δεμένα αναμεταξύ τους, αλληλεξαρτημένα και αμοιβαία καθορίζουν τις συνθήκες και τους όρους της υπόστασης τους. Το ένα επιδρά πάνω στο άλλο.

Γι’ αυτό, σύμφωνα με τη διαλεκτική μέθοδο κανένα φαινόμενο της φύσης δεν μπορεί να κατανοηθεί εάν το εξετάσουμε απομονωμένο, έξω δηλαδή, από τα φαινόμενα που το περιβάλλουνε. Γιατί οποιοδήποτε φαινόμενο, σ’ οποιοδήποτε κλάδο, μπορεί να χάσει κάθε του νόημα αν εξεταστεί έξω από τις γύρω του συνθήκες, αν δηλαδή, αποσπαστεί από τις συνθήκες αυτές. Κι’ αντίθετα, οποιοδήποτε φαινόμενο μπορεί να κατανοηθεί και να δικαιολογηθεί αν εξεταστεί έχοντας υπ’ όψιν την αδιάσπαστη σύνδεση του με τα τριγύρω του φαινόμενα, αν το πάρουμε, δηλαδή, όπως το καθορίζουνε τα άλλα φαινόμενα που το περιβάλλουνε.

Β) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί τη φύση όχι σαν μια κατάσταση ανάπαυσης και ακινησίας, όχι σαν κατάσταση στάσιμη και αμετάβλητη, άλλα σαν μια κατάσταση κίνησης και αλλαγής αδιάκοπης. Κατάσταση ανανέωσης   και εξέλιξης ακατάπαυστης, όπου πάντοτε, κάτι γεννιέται και αναπτύσσεται, κάτι απογίνεται και χάνεται.

Γι’ αυτό το λόγο, η διαλεκτική μέθοδος εξετάζει τα φαινόμενα όχι μονάχα από την άποψη της αμοιβαίας σχέσης τους και της αλληλοεπίδρασης τους, άλλα κι’ από την άποψη της κίνησης τους, της αλλαγής τους, της εξέλιξης τους, από την άποψη της εμφάνισης τους και της εξαφάνισης τους.

Εκείνο που ’χει, πρώτ’ απ’ όλα, σημασία για τη διαλεκτική μέθοδο δεν είναι αυτό που σε μια ορισμένη στιγμή, φαίνεται σταθερό και μόνιμο, αλλά αυτό που αρχίζει κιόλας ν’ απογίνεται και να χάνεται. Αυτό που ’χει, πρώτ’ απ’ όλα, σημασία, είναι αυτό που γεννιέται ή εξελίσσεται κι’ αν ακόμα, για μια στιγμή, μοιάζει άστατο, γιατί για τη διαλεκτική μέθοδο, ακαταμάχητο είναι μόνο εκείνο που γεννιέται κι’ εξελίσσεται.

Ολόκληρη η φύση, λέει ο Εγκελς, απ’ τα πιο μικρά μόρια ως τα πιο μεγάλα σώματα, απ’ τον κόκκο της άμμου ως τον ήλιο, από το πρωτοκύτταρο ως τον άνθρωπο, υφίσταται μια σειρά ατέλειωτη σταθμών εξέλιξης, ένα αιώνιο, δηλαδή, «προτσές» εμφάνισης και εξαφάνισης, μέσα σε μια ακατάπαυστη παλίρροια, μέσα σε μια ατέλειωτη κίνηση και μέσα σε μια αιώνια αλλαγή

 Γι’ αυτό, λέει ο Εγκελς, η διαλεκτική εξετάζει τα πράματα και την αντανάκλαση τους στο μυαλό του ανθρώπου, πρώτ’ απ όλα, μέσα στις σχέσεις που ’χουνε αναμεταξύ τους, μέσα στην αλληλοσύνδεσή τους, μέσα στην κίνηση τους, μέσα στην εμφάνιση και στην εξαφάνιση τους.  

Γ) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί το «προτσές» της εξέλιξης, όχι σαν ένα απλό «προτσές»   ανάπτυξης, όπου οι ποσοτικές αλλαγές δεν  φτάνουνε σε ποιοτικές αλλαγές, αλλά σαν μια εξέλιξη από ποσοτικές αλλαγές ασήμαντες και αργές σε αλλαγές ολοφάνερες και ριζικές, σε αλλαγές ποιοτικές, που οι ποιοτικές αλλαγές είναι όχι βαθμιαίες, άλλα γρήγορες, ξαφνικές και γίνονται με άλματα, από μια κατάσταση σε μιαν άλλη. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι τυχαίες, άλλα αναγκαίες. Είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης των βαθμιαίων κι’ ανεπαίσθητων ποσοτικών αλλαγών. Γι’ αυτό το λόγο η διαλεκτική μέθοδος θεωρεί ότι το «προτσές» της εξέλιξης πρέπει να κατανοηθεί όχι σαν μια κίνηση κυκλική, όχι σαν ένα απλό ξαναπέρασμα άπ’ τον ίδιο δρόμο, αλλά σαν μια προοδευτική κίνηση, προς τα πάνω, σαν το πέρασμα από την παλιά ποιοτική κατάσταση σε μια καινούργια ποιοτική κατάσταση, σαν μια εξέλιξη που από το απλό πάει στο σύνθετο, απ’ το κατώτερο   στο  ανώτερο.

 Ή φύση, λέει ο Εγκελς, είναι η λυδία λίθος της διαλεκτικής και πρέπει να ειπωθεί πως οι νέες φυσικές επιστήμες  δώσανε σ’ αυτή τη δοκιμασία υλικό, που είναι εξαιρετικά πλούσιο και που αυξάνει κάθε μέρα. Κ’ έτσι αποδείξανε πως η φύση, σε τελευταία ανάλυση, ενεργεί διαλεκτικά και όχι μεταφυσικά, ότι δεν κινείται μέσα σ’ ένα κύκλο, τον ίδιο πάντα, που επαναλαμβάνεται συνεχώς ο ίδιος, ότι η φύση ζει μιαν ιστορία πραγματική. Κ’ είναι σωστό ν ‘αναφερθεί, πρώτα απ’ όλους, ο Ντάρβιν, που κατάφερε ένα σκληρό χτύπημα στη μεταφυσική αντίληψη της φύσης, αποδείχνοντας πως ολόκληρος ο οργανικός κόσμος, όπως υπάρχει σήμερα, τα φυτά και τα ζώα και -επόμενο είναι- ο άνθρωπος, είναι το προϊόν ενός «προτσές» εξέλιξης, που διαρκεί από εκατομμύρια χρόνια.  

 Ό Εγκελς δείχνει ότι στη διαλεκτική εξέλιξη οι ποσοτικές αλλαγές μεταβάλλονται σε αλλαγές ποιοτικές:

Στη φυσική κάθε αλλαγή είναι ένα πέρασμα από την ποσότητα στην ποιότητα, είναι το αποτέλεσμα της ποσοτικής αλλαγής της ποσότητας της κίνησης, οποιουδήποτε σχήματος αχώριστου από το σώμα ή οποιουδήποτε σχήματος που μεταδίνεται στο σώμα. Κατά τον ίδιο τρόπο, που η θερμοκρασία του νερού είναι στην αρχή άσχετη με την κατάσταση του σαν υγρό. Αν όμως αυξηθεί ή ελαττωθεί η θερμοκρασία του νερού, έρχεται στιγμή, όπου η κατάσταση του αλλάζει και το νερό μεταβάλλεται στην μια περίπτωση σε ατμό και στην άλλη σε πάγο…. Κατά τον ίδιο τρόπο, για να μεταβληθεί σε φωτεινό ένα σύρμα από πλατίνα χρειάζεται ηλεκτρικό ρεύμα μιας ορισμένης δύναμης. Με ίδιο τρόπο, κάθε μέταλλο λιώνει σε ορισμένους βαθμούς θερμοκρασίας, Ακριβώς όπως κάθε υγρό, κάτω από μια ορισμένη πίεση, φτάνει στο σημείο που πήζει ή πού βράζει, εφόσον τα μέσα μας μας επιτρέπουνε να  πετύχουμε τις απαραίτητες θερμοκρασίες  για  κάθε περίπτωση. Και κατά τον ίδιο τρόπο, κάθε αέριο έχει ένα κρίσιμο σημείο, που, όταν φτάσει σε αυτό, μπορεί να μετατραπεί σε υγρό, πιέζοντας το ή κρυώνοντας το κάτω  από  καθορισμένες συνθήκες… Οι συνιστώσαι, όπως λένε στη φυσική  -τα σημεία μετατροπής από τη μια  κατάσταση στην άλλη-, τις περισσότερες φορές, δεν είναι άλλο από τα δεσμικά σημεία , όπου η πρόσθεση ή η αφαίρεση της κίνησης (ποσοτική αλλαγή) προκαλεί μια ποιοτική αλλαγή μέσα σ’ ένα σώμα, όπου, όπως  είναι επόμενο, η ποσότητα   μεταβάλλεται σε ποιότητα.

Και σχετικά με τη χημεία: Μπορεί να ειπωθεί πως η χημεία είναι η επιστήμη των ποιοτικών αλλαγών των σωμάτων, που οφείλονται στις ποσοτικές αλλαγές. 0 ίδιος ο Χέγκελ το γνώριζε. Ας πάρουμε το οξυγόνο: Αν ενώσουμε, σ’ ένα   μόριο, τρία άτομα, αντί δυο άτομα.  Οπως είναι φυσικό, έχουμε ένα σώμα νέο, το όζον, που ξεχωρίζει καθαρά απ’ το κοινό οξυγόνο για τη μυρωδιά του και για τις αντιδράσεις του. Και τι να πει κανείς για τους διάφορους συνδυασμούς  του οξυγόνου με το άζωτο ή με το θειάφι, όπου ο κάθε συνδυασμός μας δίνει κ’ ένα σώμα ποιοτικά διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα  

 Κι’ ο Εγκελς κατακρίνει τον Ντύριγκ, που κοροϊδεύει τον Χέγκελ, παρ’ όλο που του παίρνει, με τρόπο τη θεωρία του σύμφωνα με την οποία το πέρασμα απ’ το βασίλειο του κόσμου χωρίς αισθήσεις στον κόσμο των αισθήσεων, από το βασίλειο του ανόργανου κόσμου στο βασίλειο της οργανικής ζωής, είναι ένα άλμα σε μια νέα κατάσταση :

Είναι, κυριολεκτικά, η δεσμική χεγκελιανή γραμμή των μετρητικών σχέσεων, όπου μια πρόσθεση ή μια αφαίρεση καθαρά ποσοτική προκαλεί, σε ορισμένα δεσμικά σημεία, ένα ποιοτικό άλμα, όπως π.χ. είναι η περίπτωση του νερού που το ζεσταίνουμε ή το κρυώνομε, όπου το σημείο όπου βράζει ή το σημείο όπου παγώνει είναι οι δεσμοί της εκτέλεσης του άλματος -κάτω από την κανονική πίεση- σε μια καινούργια κατάσταση συνένωσης μορίων, όπου, όπως είναι επόμενο, η ποσότητα μεταβάλλεται σε ποιότητα.  

lissitzky_beat_the_white.gif

Το εκκρεμές του Φουκώ

Δεκεμβρίου 24, 2007

escher-belvedere.jpg

 Πριν από μερικά χρόνια μία ομάδα επιστημόνων άφησαν να αιωρηθεί ένα εκκρεμές επάνω από το Νότιο Πόλο και παρατήρησαν την κίνησή του, επαναλαμβάνοντας ένα διάσημο πείραμα που είχε γίνει στο Παρίσι το 1851. Χρησιμοποιώντας ένα ατσάλινο νήμα με μήκος 67 μέτρα, ο γάλλος επιστήμονας Jean Bernard Leon Foucault άφησε μία σιδερένια σφαίρα βάρους 28 κιλών να αιωρηθεί από τον θόλο του Πάνθεου, κινούμενη μπροστά και πίσω. Για να καταγράψει την κίνησή της, στερέωσε μια μικρή ράβδο στη σφαίρα, η οποία αποτύπωνε την τροχιά του εκκρεμούς σε μία επιφάνεια στρωμένη με άμμο, στο έδαφος κάτω από τη σφαίρα.Το κοινό παρατηρούσε με έκπληξη το εκκρεμές να κάνει μία κυκλική κίνηση, πράγμα που μπορούσε να διαπιστωθεί από τις ελαφρώς διαφορετικές γραμμές που αποτύπωνε στην άμμο η σφαίρα σε κάθε κίνησή της. Στην πραγματικότητα, η κυκλική κίνηση συνέβαινε στο πάτωμα του Πάνθεου και με αυτόν τον τρόπο ο Φουκώ κατάφερε να δείξει ότι η γη γυρίζει γύρω από τον άξονά της. Στο γεωγραφικό πλάτος που αντιστοιχεί στο Παρίσι, το εκκρεμές συμπλήρωνε έναν πλήρη κύκλο κάθε 30 ώρες, ενώ στο νότιο ημισφαίριο η κίνησή του θα ήταν αντίστροφη από την φορά των δεικτών του ρολογιού. Στον ισημερινό δε θα έκανε καμία κυκλική κίνηση. Στο Νότιο Πόλο η περίοδος μιας πλήρους περιστροφής της τροχιάς του εκκρεμούς διαπιστώθηκε ότι ήταν 24 ώρες. 

Φρήντριχ Νίτσε

Δεκεμβρίου 24, 2007

Φρήντριχ Νίτσε
 

Ο άνθρωπος που σκεφτόταν επικίνδυνα
 
 
Ο Γερμανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα, ένας από τους σύγχρονους στοχαστές με τη μεγαλύτερη ακτινοβολία, γεννήθηκε το 1844 στο Ρένκεν της Πρωσικής Σαξονίας και πέθανε το 1900 στη Βαϊμάρη.

 

Οι προσπάθειές του να ανακαλύψει τα ελατήρια που βρίσκονται κάτω από την παραδοσιακή θρησκεία, την ηθική και τη φιλοσοφία της Δύσης άκσησαν βαθιά επίδραση σε γενεές θεολόγων, φιλοσόφων, ψυχολόγων, ποιητών, μυθηστοριογράφων και δραματουργών.

 

Αναλογίστηκε τις συνέπειες του θριάμβου της εκκοσμίκευσης του Διαφωτισμού, εκπεφρασμένες με την παρατήρησή του ότι «ο Θεός πέθανε», κατά έναν τρόπο που προσδιόρισε τα θέματα καθημερινής συζήτησης των πιο διάσημων διανοουμένων της Ευρώπης, μετά το θάνατό του το 1900.

 

Αν και ήταν σφοδρός πολέμιος του εθνικισμού, του αντισημιτισμού και της πολιτικής ισχύος, εν τούτοις οι φασίστες επικαλέστηκαν αργότερα το όνομά του για να προωθήσουν εκείνα ακριβώς τα πράγματα που απεχθανόταν.

 

Το 1850 η οικογένεια του μετακόμισε στο Νάουμπουργκ, στις όχθες του ποταμού Ζάαλε, όπου ο Νίτσε πήγε σε ιδιωτικό προπαρασκευαστικό σχολείο, το Ντομγκυμνάζιουμ. Το 1858 κέρδισε μια υποτροφία για την Σούλπφορτα, ένα από τα σπουδαιότερα προτεσταντικά οικοτροφεία της Γερμανίας. Εκεί διέπρεψε, έλαβε πρώτης τάξεως κλασική μόρφωση και, όταν το 1864 αποφοίτησε, πήγε στο Πανεπιστήμιο της Βόνης για να σπουδάσει Θεολογία και Κλασική Φιλολογία.

 

Παρά τις προσπάθειές του να λάβει μέρος στην πανεπιστημιακή ζωή, τα δύο εξάμηνά του στην Βόνη υπήρξαν αποτυχία, που οφειλόταν κυρίως στους καβγάδες μεταξύ των δύο σπουδαιότερων καθηγητών της Κλασικής Φιλολογίας, του Ότο Γιαν και του Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ.

 

Ο Νίτσε αναζήτησε καταφύγιο στη μουσική συνθέτοντας μερικά κομμάτια, επηρεασμένος πολύ από τον Ρόμπερτ Σούμαν, τον Γερμανό Ρομαντικό συνθέτη. Το 1865 συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας μαζί με τον Ριτσλ, που είχε δεχθεί θέση εκεί.

 

Ο Νίτσε σημείωσε μεγάλες προόδους υπό την εποπτεία του Ριτσλ. Υπήρξε ο μόνος φοιτητής που δημοσίευσε ποτέ άρθρο στο περιοδικό του Ριτσλ Ράινισες Μουζέουμ.

 

Στα χρόνια των σπουδών του στη Λειψία, ο Νίτσε ανακάλυψε τη φιλοσοφία του Σόπενχαουερ, γνώρισε το μεγάλο μουσικό δραματουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ και άρχισε τη φιλία του, μια φιλία που κράτησε ως το τέλος της ζωής του, με τον κλασικιστή Έρβιν Ρόντε, συγγραφέα της Ψυχής.

 

Όταν το 1869 έμεινε κενή μία έδρα Κλασικής Φιλολογίας στη Βασιλεία της Ελβετίας, ο Ριτσλ πρότεινε τον Νίτσε, εκθειάζοντάς τον με τα πιο ενθουσιώδη λόγια. Δεν είχε ολοκληρώσει ούτε τη διδακτωρική ούτε τη συμπληρωματική διατριβή που ήταν απαραίτητες για την απόκτηση πανεπιστημιακού τίτλου στη Γερμανία.

Εν τούτοις, ο Ριτσλ διαβεβαίωσε το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας ότι στα 40 χρόνια που δίδασκε δεν είχε συναντήσει ποτέ κάποιον σαν τον Νίτσε, με τόσο απεριόριστα χαρίσματα.

 

Το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα χωρίς εξετάσεις ή διατριβή, με βάση τα δημοσιεύματά του, και το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας τον εξέλεξε έκτακτο καθηγητή της Κλασικής Φιλολογίας. Τον επόμενο χρόνο ο Νίτσε έγινε Ελβετός υπήκοος και προήχθη σε τακτικό καθηγητή.

 

 

Κατά τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Βασιλεία ωρίμασε η αμφίθυμη φιλία του με τον Βάγκνερ και συνήθιζε να επισκέπτεται με κάθε ευκαιρία τον Ρίχαρντ και τη σύζυγό του. Ο Βάγκνερ εκτιμούσε τον Νίτσε ως λαμπρό ακαδημαϊκό κήρυκα νέων ιδεών, εκείνος όμως δεν μπόρεσε τελικά να ανεχθεί τα χριστιανικά θέματα –όπως στον Παρσιφάλ- που χρησιμοποιούσε όλο και πιο συχνά ο Βάγκνερ, σε συνδυασμό με τον σωβινισμό και τον αντισημιτισμό του. Το 1878 η ρήξη ανάμεσα στους δύο άνδρες ήταν πλέον οριστική.

 

Πέρα από τα βιβλία που ο Νίτσε έγραψε ανάμεσα στο 1879 και το 1889, η ζωή του στην περίοδο αυτή δεν παρουσιάζει κάποιο ουσιαστικό ενδιαφέρον. Βαριά άρρωστος, σχεδόν τυφλός, υποφέροντας από ασταμάτητους πόνους, ζούσε σε οικοτροφεία της Ελβετίας, της Γαλλικής Ριβιέρας και της Ιταλίας, έχοντας πολύ αραιή επικοινωνία με ανθρώπους.

 

Ο τελευταίος χρόνος της διανοητικής διάυγειας του Νίτσε, το 1888, υπήρξε περίοδος σε υπέρτατο βαθμό παραγωγική. Έγραψε και εξέδωσε το Η περίπτωση Βάγκνερ. Επίσης, έγραψε μία σύνοψη του φιλοσοφικού του συστήματος και τα έργα Το λυκόφως των ειδώλων, Ο Αντίχριστος, Νίτσε εναντίον Βάγκνερ και Ίδε ο Άνθρωπος, ένα διαλογισμό γύρω από τα έργα του και την προσωπική του αξία. Το Λυκόφως των ειδώλων κυκλοφόρησε το 1889, Ο Αντίχριστος και το Νίτσε εναντίον Βάγκνερ είδαν το φως μόλις το 1895.

 

Τα έργα του Νίτσε διακρίνονται σε τρεις με ακρίβεια προσδιορισμένες περιόδους. Στα έργα της πρώτης περιόδου κυριαρχεί η ρομαντική αντίληψη με επιδράσεις του Σοπενχάουερ και του Βάγκνερ.

 

Τα έργα της δεύτερης περιόδου ανακλούν την παράδοση των Γάλλων αφοριστών. Τα έργα αυτά, στα οποία ο Νίτσε πλέκει το εγκώμιο της λογικής και της επιστήμης και πειραματίζεται με τα φιλολογικά είδη, εκφράζουν την χειραφέτησή του από τον νεανικό του ρομαντισμό και της επιδράσεις του Σόπενχαουερ και του Βάγκνερ.

 

Στα έργα της ωριμότητάς του ο Νίτσε ασχολήθηκε με το πρόβλημα της καταγωγής και της λειτουργίας των αξιών στην ανθρώπινη ζωή. Εφόσον, κατά τον Νίτσε, η ζωή παρά το γεγονός ότι ούτε διαθέτει ούτε στερείται αξίας εγγενών, αποτελεί πάντοτε αντικείμενο κριτικών εκτιμήσεων, τότε οι εκτιμήσεις αυτές δεν μπορούν να αναγνωστούν παρά ως σύμπτωματα της κατάστασης εκείνου ο οποίος διατυπώνει τις εκτιμήσεις.

 

Κατά συνέπεια, ο Νίτσε προχώρησε σε μία κατά βάθος ανάλυση και εκτίμηση των θεμελιωδών πολιτιστικών αξιών της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της ηθικής της Δύσης και κατέληξε να τις χαρακτηρίσει ως εκφράσεις του ασκητικού ιδεώδους.

 

Με τον όρο «μηδενισμό» ο Νίτσε περιέγραφε τον υποβιβασμό των υψηλών αξιών, τις οποίες είχε θέσει με αξιωματικό τρόπο το ασκητικό ιδεώδες. Πίστευε ότι η εποχή που ζούσε ήταν μία εποχή παθητικού μηδενισμού, δηλαδή μία εποχή η οποία δεν είχε αντιληφθεί ότι τα θεωρούμενα από τη θρησκεία και τη φιλοσοφία ως απόλυτα είχαν αποσυντεθεί με την εμφάνιση του θετικισμού του 19ου αιώνα.

 

Με την κατάρρευση των μεταφυσικών και θεολογικών βάσεων και θέσφατων της παραδοσιακής ηθικής, εκείνο που θα απέμενε ήταν μία διάχυτη αίσθηση έλλειψης σκοπού και νοήματος. Και η επικράτηση της επίγνωσης έλλειψης νοήματος σήμαινε τον θρίαμβο του μηδενισμού: «Ο Θεός είναι νεκρός».

 

Ο Νίτσε κάποτε έγραψε ότι μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά το θάνατό τους και αυτό ασφαλώς ισχύει στην περίπτωσή του. Η ιστορία της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της ψυχολογίας του 20ου αιώνα δεν νοείται χωρίς αυτόν.
 

ex-libiris_sutter.jpg

 

Hello world!

Δεκεμβρίου 23, 2007

Welcome to WordPress.com. This is your first post. Edit or delete it and start blogging!